ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Ο Μαρξ του Φουκώ πέραν του μαρξισμού

Ο Μαρξ του Φουκώ πέραν του μαρξισμού


Σε κάποιο σημείο της συνέντευξής του στα μέλη της LCR, ο Φουκώ δηλώνει με το χαρακτηριστικό του ύφος: «Καθότι αλαζόνας, θα κάνω την εξής σύγκριση: Κατά βάθος, όταν ο Μαρξ άρχισε να κάνει τις αναλύσεις του, περιτριγυριζόταν από σκέψεις και από μια σοσιαλιστική ανάλυση που έθεταν ουσιαστικά το ερώτημα της φτώχειας και έλεγαν: “Είμαστε φτωχοί, πώς γίνεται εμείς που παράγουμε τον πλούτο να είμαστε φτωχοί;”. Εν ολίγοις, το ερώτημα που εγειρόταν αφορούσε την κλοπή: “Με ποιον τρόπο μάς κλέβουν τα αφεντικά, με ποιον τρόπο μάς κλέβει η αστική τάξη;”. Ερώτηση αρνητική, την οποία δεν μπορούσαν να επιλύσουν οι σοσιαλιστές της εποχής, επειδή απαντούσαν σε αυτό το αρνητικό ερώτημα με μια αρνητική απάντηση: “Είμαστε φτωχοί γιατί μας κλέβουν”. Ο Μαρξ αντέστρεψε το σχήμα λέγοντας: “Με τι συνδέεται τούτη η φτώχεια, τούτη η φτωχοποίηση που βλέπουμε μπροστά μας;”. Ανακάλυψε τους φοβερούς θετικούς μηχανισμούς που ήταν πίσω απ’ όλα αυτά, τους μηχανισμούς του καπιταλισμού και της συσσώρευσης του κεφαλαίου, όλους εκείνους τους θετικούς μηχανισμούς της οικονομίας που προσιδιάζουν στη βιομηχανική κοινωνία, την οποία είχε μπροστά στα μάτια του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αρνήθηκε τη φτωχοποίηση, αφού αντιθέτως κατέδειξε την ιδιαίτερη θέση της· πράγμα που σημαίνει ότι πέρασε από μια ανάλυση αρνητικού τύπου σε μια ανάλυση θετικού τύπου, η οποία τοποθετεί τα αρνητικά αποτελέσματα στη θέση τους.[1]

Το απόσπασμα αυτό κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει κατατοπιστική εισαγωγή όχι μόνο στο κείμενο του Μασερέ με τίτλο Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο αλλά και στις ίδιες τις θεωρητικές παρεμβάσεις του Φουκώ, και μάλιστα για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί σε αυτές τις γραμμές συμπυκνώνεται η θεωρητική έγνοια του Φουκώ και φωτίζεται η οπτική ή αλλιώς η υπόθεση εργασίας από την οποία επιλέγει να ξεκινήσει τις μελέτες του: από τεχνική και όχι φυσικά από αξιολογική σκοπιά, η εξουσία, σύμφωνα με τον Φουκώ, έχει θετικό ή αλλιώς παραγωγικό χαρακτήρα, που σημαίνει ότι η εξουσία πρωτίστως παράγει ή συγκροτεί πρακτικές και σώματα και δευτερευόντως απαγορεύει ή καταστέλλει. Δεύτερον, γιατί στο απόσπασμα αποτυπώνεται η αμφιθυμία του Φουκώ απέναντι στον μαρξισμό: ο Φουκώ αναγνωρίζει ότι ήταν ο Μαρξ εκείνος που εισήγαγε μια νέα μέθοδο προσέγγισης του παρόντος, λέγοντας μάλιστα εύγλωττα ότι ο Μαρξ «ανακάλυψε τους φοβερούς θετικούς μηχανισμούς [. . .] συσσώρευσης του κεφαλαίου», την ίδια στιγμή που επισημαίνει ότι οι σοσιαλιστές δεν είχαν σταθεί ικανοί να συλλάβουν το βάθος αυτού του νέου που κόμισε ο Μαρξ.

Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο. Η σχέση του Φουκώ με τον Μαρξ και τον μαρξισμό έχει εδώ και χρόνια αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και διαμάχης, που οξύνεται καθότι ο ίδιος ο Φουκώ έχει κατά καιρούς τοποθετηθεί δημοσίως με ιδιαίτερα αντιφατικό τρόπο, άλλοτε δηλώνοντας πως δεν υπήρξε ποτέ μαρξιστής,[2] άλλοτε παραδεχόμενος ότι αν είχε γνωρίσει έγκαιρα τη Σχολή της Φραγκφούρτης θα είχε γλιτώσει από αρκετή εργασία.[3] Ωστόσο, μια τέτοια συζήτηση δεν έχει κανένα νόημα εάν γίνεται με όρους ιδιοκτησίας: Ανήκει τελικά ο Φουκώ στον μαρξισμό ή οι μαρξιστές τον οικειοποιούνται; Το ερώτημα οφείλει να είναι μεθοδολογικό: Είναι εφικτό να φωτιστούν κάποιες από τις μαρξικές προσεγγίσεις υπό το φως της φουκωικής προβληματικής;

Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση είναι θετική. Είναι μεθοδολογικά εφικτό στον βαθμό που τόσο ο Μαρξ όσο και ο Φουκώ αναγιγνώσκουν την ανάδυση νέων κοινωνικών σχέσεων όπως αποκρυσταλλώνονται στην αυγή του 18ου αιώνα, επισημαίνοντας μια ουσιώδη ρήξη με το παρελθόν και την εγκαινίαση μιας νέας περιόδου· μιας περιόδου που συγκροτεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο το πεδίο της εργασίας, των επιστημών, της πολιτικής, της καθημερινότητας εν γένει. Υποστηρίζω ότι είναι επίσης μεθοδολογικά εφικτό και γιατί ο Φουκώ είναι ένας υλιστής φιλόσοφος, όπως θα επιχειρήσω να περιγράψω στη συνέχεια, του οποίου ο μελέτες συνομιλούν σε σημαντικό βαθμό και με εκδοχές κριτικής προσέγγισης του μαρξισμού, όπως οι αλτουσεριανές παρεμβάσεις, άσχετα με το αποτέλεσμα αυτής της συνομιλίας.

Αυτό ακριβώς το ερώτημα, πώς μπορούν να φωτιστούν βασικές μαρξικές έννοιες μέσα από τη φουκωική προβληματική, επιχειρεί να απαντήσει και ο Μασερέ στο κείμενό του για το παραγωγικό υποκείμενο. Και με αυτή την αναφορά μπορούμε πλέον να πιάσουμε και τον πρώτο λόγο για τον οποίο το απόσπασμα που διάβασα στην αρχή υποστήριξα ότι δύναται να αποτελέσει καίρια εισαγωγή στο εν λόγω κείμενο.

Ο Μασερέ διαπιστώνει ότι η ανάδυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη ανάδυση μιας νέας μορφής εξουσίας, μιας εξουσίας έτσι όπως την περιγράφει ο Φουκώ. Και προκειμένου να στηρίξει αυτή του τη διαπίστωση προσεγγίζει τη μαρξική ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και συγκεκριμένα το ειδοποιό στοιχείο της, εκείνο που οικοδόμησε τη ρήξη με την προηγούμενη, ρικαρδιανή παράδοση: το στοιχείο αυτό δεν είναι άλλο από την έννοια της της εργασιακής δύναμης και τη συνακόλουθη έννοια της υπεραξίας.

Όπως έδειξε ο Μαρξ, στη μισθωτή σχέση δεν υπάρχει ανταλλαγή ίσων αξιών, όπου ο μισθός αντιστοιχεί στην ποσότητα της εργασίας που καταβάλλεται. Αντιθέτως, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι ότι ο εργαζόμενος παραχωρεί στον εργοδότη ως αντάλλαγμα για τον μισθό του το δικαίωμα εκμετάλλευσης της εργασιακής του δύναμης. Και εκεί ακριβώς κρύβεται ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μασερέ, με το οποίο μια σχέση δομικά άνιση παρουσιάζεται ως ισότιμη. Η παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης προϋποθέτει τον διαχωρισμό της εργασιακής δύναμης ως τέτοιας από τη χρήση της, δηλαδή τον διαχωρισμό «εργασιακή δύναμη ως δυνατότητα - εργασιακή δύναμη ως διαδικασία», στοιχείο καταστατικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

«Αυτό που κομίζει ο εργαζόμενος στην αγορά εργασίας, για να το ανταλλάξει με έναν μισθό, είναι κάτι το οποίο αντιπροσωπεύει οικονομικά νεκρή εργασία»,[4] δηλαδή «μια εργασία που έχει αντικειμενοποιηθεί, που έχει αποκρυσταλλωθεί στο προϊόν της, όπου ολοκληρώνεται η διαδρομή της».[5] «Ωστόσο, εκείνο που “λαμβάνει” ο καπιταλιστής, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί, είναι η ζωντανή εργασία, είναι η δυνατότητα να θέσει σε λειτουργία, να ενεργοποιήσει τη δύναμη που φέρει η εργασιακή δύναμη όταν την εκμεταλλεύεται πέραν όσων είναι αναγκαία για την παραγωγή των αγαθών που χρησιμεύουν για τη συντήρησή της».[6] Με λίγα λόγια, η χρήση της εργασιακής δύναμης του εργαζομένου από τον εργοδότη δεν περιορίζεται στην παραγωγή των αναγκαίων για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης του εργαζομένου αλλά εκτείνεται έτσι ώστε να παράγει πέρα από αυτά τα αναγκαία, και τούτα το «πέρα από αυτά τα αναγκαία» συνιστά το κέρδος του καπιταλιστή.

Εκείνο δηλαδή που κάνει τη διαφορά στον καπιταλισμό είναι ότι ο εργαζόμενος παραχωρεί στον καπιταλιστή κάτι που επί της ουσίας δεν είναι μετρήσιμο (άρα δεν μπορεί να αντιστοιχηθεί με τον μισθό), του παραχωρεί δηλαδή κάτι «δυνάμει» και όχι «ενεργεία» υπαρκτό. Και επομένως ο εργοδότης σπεύδει να πραγματώσει αυτό το «δυνάμει» στο έπακρο, ώστε το τελικό προϊόν να αντιστοιχεί σε αξία μεγαλύτερη από αυτή που αντιπροσωπεύει ο μισθός.

Με αυτή την έννοια, σύμφωνα με τον Μασερέ, η εργασιακή δύναμη δεν είναι απλώς παράγουσα αλλά μια παραγωγική δύναμη για την ενεργοποίηση και τη βελτιστοποίηση της οποίας παρεμβαίνει ο εξορθολογισμός της εργασίας, που καθώς την υποβάλλει σε κανόνες εντείνει την παραγωγικότητά της. «Σε μια τέτοια προοπτική, ο Κανόνας παρουσιάζει μια διάσταση όχι μόνο διαπιστωτική αλλά επιτελεστική: [. . .] γίνεται “κανονιστικός” δηλαδή ασκεί μια μετασχηματιστική δράση επί της πραγματικότητας».[7] Και είναι αυτό ακριβώς το σημείο, όπου η φουκωική, παραγωγική εξουσία κάνει την εμφάνισή της και μάλιστα ακριβώς μέσα στη σφαίρα της παραγωγής, εκεί όπου συγκροτείται το «παραγωγικό υποκείμενο». Και σύμφωνα με τον Μασερέ, «πρέπει η παρέμβαση στην οποία προβαίνει [η οργάνωση της εργασίας], αντί να παρουσιάζεται σαν μια ουρανοκατέβατη διαταγή, να προσχωρεί κατά το δυνατόν περισσότερο στη ζώσα πραγματικότητα [. . .] να την κατακτήσει στο ίδιο της το είναι. Από αυτή την άποψη, έχει τον χαρακτήρα μιας πραγματικής αναδημιουργίας, που αντιστοιχεί σε μετάβαση σε δεύτερη φύση».[8]

Η νέα μορφή εξουσίας δηλαδή, η κανονιστική-παραγωγική εξουσία, αποτελεί δεύτερη φύση ακριβώς επειδή δεν ξεχωρίζει από το υποκείμενο σαν κάτι από τα έξω φερμένο. Αντίθετα, ταυτίζεται με το υποκείμενο, για την ακρίβεια εν-σωματώνεται κυριολεκτικά στο υποκείμενο ή αλλιώς σωματοποιείται από το υποκείμενο. Πρόκειται για την πειθαρχική εξουσία, όπως την εισήγαγε ο Φουκώ, μια εξουσία που δεν είναι διαταγή αλλά που ενσωματώνεται αυθόρμητα ή ελεύθερα –ή έστω φαινομενικά ελεύθερα– από το υποκείμενο. Μια εξουσία που επιδρά στο σώμα των υποκειμένων διαμορφώνοντάς τα ανάλογα και που οροθετεί το πεδίο της δράσης τους διαμορφώνοντας εντέλει μια οικονομία των σωμάτων ικανή να αυξάνει την παραγωγικότητά τους αλλά και να ωθεί τα υποκείμενα στην αυτόβουλη –φαινομενικά ή μη– αύξηση της παραγωγικότητάς τους. Επομένως, δεν τίθεται το ερώτημα αν το υποκείμενο υπακούει διά της βίας ή διά της συναίνεσης, ακριβώς γιατί το υποκείμενο δρα επιτελώντας πρακτικές που θεωρεί αυτονόητες, που αποτελούν καθημερινότητά του και επομένως δεν τις προβληματοποιεί, δεν τις αμφισβητεί.

Με αυτόν τον τρόπο, λέει ο Μασερέ, ο καπιταλισμός βύθισε την ιδεολογία μέσα στην οικονομία – με την οικονομία να λογίζεται κυριολεκτικά, θα λέγαμε εμείς: ως τρόπος διάταξης των σωμάτων μέσα σε έναν χώρο. Η μορφή της νεωτερικής εξουσίας όπως την περιγράφει ο Φουκώ έχει την ιδιότητα να είναι ταυτόχρονα εξατομικοποιούσα και ολοποιητική,[9] δηλαδή καθώς οροθετεί τη δράση της πιο μικρής πτυχής στη ζωή κάθε μεμονωμένου υποκειμένου, την ίδια στιγμή δεν εφαρμόζεται σε μεμονωμένα άτομα αλλά με τη βοήθεια των νέων επιστημών και των νέων τεχνικών όπως η ιατρική ή η στατιστική είναι σε θέση να αξιολογεί και να βελτιστοποιεί τις πρακτικές και τα σώματα ολόκληρων πληθυσμών, υπερβαίνοντας το διαζευκτικό δίπολο του ατομικού και του συλλογικού.[10] Και καθώς η λεγόμενη βιοεξουσία κατανέμει τα σώματα μέσα στον χώρο και τον χρόνο διαμορφώνοντας το ενδεχόμενο πεδίο δράσης τους, διαμορφώνει ταυτόχρονα το πλαίσιο αλληλεπίδρασής τους, που συγκροτεί με τη σειρά του ένα πλέγμα εξουσίας ή καλύτερα αλληλένδετων εξουσιών, από το οποίο εκλείπει η εικόνα όπου από επάνω υπάρχει μία κεντρική εξουσία και από κάτω το πλήθος των υποταγμένων.

Είναι επομένως ιδιαίτερα αναπάντεχο όσο και δύσκολο να προσπεραστεί το εξής συμπέρασμα: στον Φουκώ η σχέση της οικονομίας και της πολιτικής και κατ’ επέκταση των οικονομικών σχέσεων και των σχέσεων εξουσίας είναι μια σχέση εμμενής, μια σχέση που τα στοιχεία της συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Ο φουκωικός Κανόνας λειτουργεί έτσι ώστε ακόμα και όταν συναντάται έξω από την παραγωγή επιδρά στο υποκείμενο με τρόπο που αυτή η επενέργεια αποτυπώνεται και εντός του πεδίου της παραγωγής αλλά και αντίστροφα. Όπως ο ίδιος ο Γάλλος φιλόσοφος θα πει: «Η νεότερη εξουσία, καθώς μεταφέρει την πολιτική στο επίπεδο της οικονομίας, μετατρέπει συγχρόνως την οικονομία σε πολιτική με την πλήρη έννοια του όρου».[11]

Στη συνέντευξή του στα μέλη της LCR ο Φουκώ όχι απλώς δεν θα κρύψει το πολιτικό ενδιαφέρον του αλλά αντίθετα θα το αναδείξει και ως το κίνητρο των ερευνών του: «η επανενεργοποίηση μιας ιστορικής μνήμης» αναφέρει «πρέπει να έχει το νόημα της εκ νέου σύλληψης των των σημερινών κατεστημένων, εμπεδωμένων και παγιωμένων σχέσεων δύναμης. Πολλές από αυτές τις σχέσεις θεωρούνται απρόσβλητες, ενώ στην πραγματικότητα έχουν μια ιστορία [. . .] Επομένως είναι δυνατόν μέσω μιας σωστής ιστορικής ανάλυσής τους να εντοπίσουμε τα αδύναμα σημεία τους και τους τόπους από τους οποίους μπορούμε να τους επιτεθούμε. Πρόκειται για μια ιστορία [. . .] με στρατηγική ή τακτική λειτουργία».[12]

Ο Φουκώ μιλάει πάντοτε για δυνάμεις και εξουσίες στον πληθυντικό με βάση το σκεπτικό του πλέγματος εξουσίας που περιγράφτηκε προηγουμένως. Έτσι, επιχειρεί μεταξύ άλλων να αναδείξει μια άλλη προσέγγιση από την κυρίαρχη μαρξιστική οπτική που ταύτιζε την εξουσία με το κράτος τόσο τοπικά όσο και αιτιακά. Για τον ίδιο, το κράτος και οι μηχανισμοί του είναι ένας από τους τόπους όπου εκβάλλουν και αποκρυσταλλώνονται τα αποτελέσματα των ταξικών κοινωνικών αγώνων. Ωστόσο, το ερευνητικό του ενδιαφέρον δεν αφορά τον τόπο αυτής της αποκρυστάλλωσης, αλλά πολύ πιο πριν, εκείνο που ο ίδιος αποκαλεί «καθημερινά δράματα της ταξικής πάλης».[13] «Για εμένα, οριακά η εξουσία είναι [. . .] η ταξική πάλη, δηλαδή το σύνολο των σχέσεων δύναμης», θα πει χαρακτηριστικά, επεκτείνοντας την έννοια της ταξικής πάλης σε κάθε έκφανση της καθημερινής μας ζωής και συνδέοντάς τη αντιστοίχως με την έννοια της εξουσίας και συγκεκριμένα του πλέγματος εξουσιών.[14]

Απορρίπτει έτσι τα δύο κυρίαρχα μοντέλα ανάλυσης της κοινωνίας, το λεγόμενο νομικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η κοινωνία έχει συμφωνήσει να αποδώσει μέρος των δικαιωμάτων της σε έναν ανώτατο άρχοντα, και το λεγόμενο μοντέλο της εισβολής, σύμφωνα με τον οποίο ένας λαός δέχεται επίθεση από κατακτητές, οι οποίοι του κλέβουν τη γη και τον καταδικάζουν σε τιμωρία. Τόσο το μοντέλο της παραίτησης όσο και της εισβολής, για τον Φουκώ, συνίστανται στην απαγόρευση, στην αρνητική αντίληψη της εξουσίας δηλαδή, αδυνατώντας να διακρίνουν τη θετική σχέση της εξουσίας με τη γνώση και τα σώματα όπως εμφανίζεται στη νεωτερικότητα και όπως την είδαμε προηγουμένως μέσα από το παράδειγμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Με λίγα λόγια, για τον Γάλλο φιλόσοφο, οι αναλύσεις που αναδεικνύουν ως κυρίαρχο τον αρνητικό χαρακτήρα της εξουσίας είναι μάλλον ανιστορικές, ακριβώς επειδή αναφέρονται σε προηγούμενη φάση της ιστορίας.

Ο Φουκώ φυσικά δεν αρνείται τον κατασταλτικό-απαγορευτικό χαρακτήρα της εξουσίας, θα ήταν αστείο κάτι τέτοιο άλλωστε. Επιμένει όμως να αντιστρέφει τη φορά του βέλους. Με τα λόγια των συντακτών της εφημερίδας Rouge: «Αντί να πείτε “η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού”, λέτε ότι “το τουφέκι βρίσκεται στην άκρη της εξουσίας”».

Στην αρχή αυτής της παρουσίασης έθεσα το ερώτημα αν είναι μεθοδολογικά εφικτή μια σύνδεση των επεξεργασιών του Φουκώ και του Μαρξ και επιχείρησα να το απαντήσω αναδεικνύοντας τον υλιστικό χαρακτήρα των φουκωικών παρεμβάσεων. Στο τέλος της παρουσίασης όμως, νομίζω ότι είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε αν τελικά είναι και ερμηνευτικά χρήσιμη μια τέτοια σύνδεση. Άποψή μου είναι ότι κάτι τέτοιο μπορεί όντως να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που εκκρεμούν ακόμη και να αποτελέσει εργαλείο για όσες και όσους αναζητούν σήμερα μια επαναστατική ανανέωση του μαρξισμού· όσες και όσους αντιλαμβάνονται τη φιλοσοφία ως ένα πεδίο άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινότητα και κυρίως όσες και όσους κινητοποιούνται από την έγνοια για τη συγκρότηση των σύγχρονων αντιστάσεων, αντιστάσεων που δεν θα μετατίθενται σε μια μεγάλη δυαδική εικόνα του μέλλοντος αλλά θα μπορούν να συγκροτούνται σήμερα, σε κάθε έκφανση της καθημερινότητάς μας και των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες εμπλεκόμαστε, ακόμα και αυτών που φαίνονται ουδέτερες ή πολύ περισσότερο δευτερεύουσας σημασίας, διαμορφώνοντας το πεδίο εκείνο που θα δίνει τη δυνατότητα να επιχειρηθεί και ο συντονισμός, η σύνθεση αυτών των επιμέρους αντιστάσεων με σκοπό τον συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

 

 

Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της παρέμβασης στη διπλή βιβλιοπαρουσίαση με τίτλο «Φουκώ ή/και Μαρξ;» που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Εκτός Γραμμής στην Πολιτική-Πολιτιστική Λέσχη Εκτός Γραμμής στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2016, και στην οποία συμμετείχαν επίσης ο Ιορδάνης Κουμασίδης, ο Τάσος Μπέτζελος  και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος. Στην εκδήλωση παρουσιάστηκε το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ Για την εξουσία και την ταξική πάλη. Συζήτηση με τέσσερα μέλη της LCR (Εκτός Γραμμής, 2016) και το βιβλίου του Πιερ Μασερέ Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο (Εκτός Γραμμής 2013).

 

[1] Michel Foucault, Για την εξουσία και την ταξική πάλη. Συζήτηση με τέσσερα μέλη της LCR, μτφρ. Χρήστος Βαλλιάνος, Εκτός Γραμμής, Αθήνα 2016, σ. 35.

[2] Michel Foucault, «Δομισμός και μεταδομισμός», στου ιδίου, Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σ. 166.

[3] Στο ίδιο, σ. 171.

[4] Pierre Macherey, Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Εκτός Γραμμής, Αθήνα 2014, σ. 32.

[5] Στο ίδιο, σ. 30.

[6] Στο ίδιο, σ. 33-34.

[7] Στο ίδιο, σ. 49.

[8] Στο ίδιο, σ. 55.

[9] Μισέλ Φουκό, «Δύο δοκίμια για το υποκείμενο και την εξουσία», στου ιδίου, Η μικροφυσική της εξουσίας, μτφρ. Λίλα Τρουλινού, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991, σ. 82.

[10] Macherey, Φουκώ και Μαρξ, σ. 88.

[11] Παρατίθεται στο Macherey, Φουκώ και Μαρξ, σ. 87, σημ. 37.

[12] Foucault, Για την εξουσία και την ταξική πάλη, σ. 23.

[13] Στο ίδιο, σ. 28.

[14] Στο ίδιο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.