ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Δεξιά: αντιδημοφιλής, αλλά όχι τόσο ανέτοιμη…


Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 30 / Αύγουστος 2012

Η πύρρειος νίκη της ΝΔ στις εκλογές της 17ης Ιούνη κατέδειξε την επιτακτική ανάγκη για καλύτερη κατανόηση της διεργασιών στο χώρο της Δεξιάς. Με δεδομένη την εμπειρία όλων των χωρών που πέρασαν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ, η ενδεχόμενη διάλυση ή σύμπτυξη των μέχρι το 2009 κυρίαρχων σχηματισμών και η δημιουργία νεοπαγών ή συγχωνευμένων είναι δικαίως αναμενόμενη.

Είναι γνωστό ότι σε τέτοιου είδους διεργασίες, εκτός από παρασκηνιακές κινήσεις (περιλαμβανόμενων των πιέσεων από ξένα και ντόπια κέντρα του αστισμού), πάντα υπάρχει και η «δαρβινική φυσική επιλογή» κομμάτων και προσώπων, με τις εκλογές, ως κομβική στιγμή των αστικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, να παίζουν και αυτόν το ρόλο.

Οι προεκλογικές κινήσεις συνεργασιών στο χώρο της Δεξιάς σίγουρα αποτέλεσαν το πρώτο δείγμα κινήσεων ανασύνταξης. Ούτως ή άλλως ο κατακερματισμός της Δεξιάς ήδη από τις εκλογές της 6ης Μάη ήταν πρωτοφανής: υπήρξαν τουλάχιστον οχτώ κόμματα που μετείχαν στις εκλογές και θα μπορούσαν να συγκαταλεγούν στη ευρύτερη δεξιά παράταξη (ΝΔ, Ανεξάρτητοι Έλληνες, ΛΑΟΣ, ΧΑ, Δράση, ΔΗΣΥ, Δημιουργία Ξανά, Απόστρατοι).

Τα κόμματα αυτά αθροιστικά έλαβαν ένα ουκ ευκαταφρόνητο ποσοστό (46,5%), που σίγουρα θα επέτρεπε άνετη αυτοδυναμία στο ενδεχόμενο συσπείρωσης των δεξιών κομμάτων. Ο πολιτικός, όμως, κατακερματισμός ήταν ακόμη μεγαλύτερος: από την αντίθεση αντι- και φιλο- μνημονιακών εκδοχών της έως την αυτόνομη έκφραση κάθε εκδοχής που κατόρθωνε να συγκεράσει (ακραίος νεοφιλελευθερισμός, φασισμός, εθνικισμός, κρατικισμός), η Δεξιά φαινόταν διάσπαρτο τοπίο απόψεων και πρακτικών. Το εγχείρημα ανασύνθεσης της Δεξιάς, επομένως, κάθε άλλο παρά απλό και εύκολο φαίνεται.

Στις τελευταίες εκλογές, ωστόσο, κάποια βήματα πραγματοποιήθηκαν: τα δεξιά κόμματα συμπτύχθηκαν από οχτώ σε πέντε, ενώ η κατανομή της εκλογικής τους επιρροής «συγκεντροποιήθηκε» αισθητά. Συνολικά, η Δεξιά έλαβε λίγο παραπάνω από το προηγούμενο ποσοστό της (47,3%), όμως η δυνατότητα πολιτικής ενοποίησης και συσπείρωσής της της έδωσε τη δυνατότητα να κερδίσει.

Ακόμα πιο ενδεικτική είναι η αξιοσημείωτη «αντοχή» που επέδειξαν οι εθνικιστικές και φασιστικές ακροδεξιές εκδοχές: στο διπολικό δίλημμα κυβέρνησης Τσίπρα ή Σαμαρά, ενώ η ΝΔ φαίνεται ότι άντλησε μαζικά ψηφοφόρους από το ΛΑΟΣ και τον νεοφιλελεύθερο χώρο, η εκ δεξιών της αντιπολίτευση συγκράτησε σημαντικό μέρος του εκλογικού της ακροατηρίου: το οργανωτικά σχεδόν ανύπαρκτο, αμορφικό και εντελώς νεότευκτο κόμμα του Καμμένου έχασε μόλις 3%, ενώ η ΧΑ έμεινε στα ποσοστά της, υποδηλώνοντας μια πολύ σταθερότερη και βαθύτερη σχέση εκπροσώπησης που έχει καταφέρει να οικοδομήσει ιδιαίτερα με τα πληβειοποιημένα λαϊκά στρώματα των μεγάλων αστικών κέντρων.

Όμως, στις (αστικές κοινοβουλευτικές) δημοκρατίες «δεν υπάρχουν αδιέξοδα»: οι εκλογές χρησιμοποιήθηκαν για να ξεκαθαρίσουν τη σύγχυση και να ανασυνθέσουν το διαρρηγμένο πολιτικό τοπίο, καθώς το αστικό πολιτικό προσωπικό από μόνο του απέτυχε να το κάνει. Ως αποτέλεσμα, το ότι ήδη από τις πρώτες εκλογές της 6ης Μάη ενισχύθηκαν πρωτοφανώς οι εκδοχές της Δεξιάς που πρέσβευαν είτε το φασισμό (ΧΑ: 7%) είτε τον εθνικισμό οποιασδήποτε παραλλαγής (Ανεξάρτητοι Έλληνες, ΛΑΟΣ, Απόστρατοι: 14,2%) είτε τον ακραίο, θατσερικού τύπου, νεοφιλελευθερισμό (ΔΗΣΥ, Δράση, Δημιουργία Ξανά: 7,5%), ακόμα και ανεξαρτήτως της φιλο- ή αντι- μνημονιακής τοποθέτησης τους, οπωσδήποτε μέλλει να γίνει καθοριστικό για την πορεία των εξελίξεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εκλογική επιρροή των συνιστωσών αυτών είναι διαφοροποιημένη όσον αφορά την κοινωνική της διαστρωμάτωση: αστικά στρώματα: νεοφιλελεύθεροι, πληβειακά λαϊκά στρώματα: ΧΑ, επαρχία: εθνικιστές.

Όπως άλλωστε έδειξε και η μετέπειτα πορεία, η μη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του «καθαρού» νεοφιλελεύθερου χώρου, για παράδειγμα, δεν ακύρωσε την αναβαθμισμένη θέση από την οποία πλέον επιχειρεί να προωθεί την πολιτική ατζέντα του, πιέζοντας τα πιο mainstream δεξιά κόμματα να την υιοθετήσουν ή και ανοιχτά συνεργαζόμενος μαζί τους. Αυτό, άλλωστε, σηματοδότησε η επανάκαμψη της Μπακογιάννη στη ΝΔ ή η ανάληψη κυβερνητικών θέσεων από ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους.

Το ίδιο, λίγο πολύ, ισχύει και για τις εθνικιστικές, φασιστικές και πατριδοκάπηλες εκδοχές της Δεξιάς: εκτός από την αυτοτελή εκλογική και πολιτική διαδρομή τους, μέλλουν να συμπαρασύρουν τον πολιτικό λόγο όλης της δεξιάς παράταξης. Ήδη η ρητορεία της ΝΔ πριν από της εκλογές της 17ης Ιούνη υπήρξε ενδεικτική, αναπαράγοντας όλα τα «κλασικά» στοιχεία ξενοφοβικού εθνικισμού. Η εκλογική, δε, ανθεκτικότητα του ακροατηρίου των εθνικιστικών και φασιστικών εκδοχών της Δεξιάς φέρνει τις τάσεις αυτές σε ακόμα πιο αναβαθμισμένη θέση πολιτικού «εκβιασμού» όλης της Δεξιάς.

Ο μετεκλογικός σχηματισμός της κυβέρνησης Σαμαρά είναι ενδεικτικός: ίσως ποτέ άλλοτε η κυβέρνηση ενός κόμματος που τόσο πρόσφατα κέρδισε τις εκλογές δεν εμφανίστηκε τόσο αποκαρδιωμένη και άνευρη. Και τούτο δεν είναι παράλογο, καθώς η κρίση βαθαίνει και το διεθνές ιμπεριαλιστικό περιβάλλον δίνει ολοένα και μικρότερες δυνατότητες ελιγμών και κινήσεων διαχείρισης. Είναι μάλλον εμφανές ότι η κυβέρνηση είναι «περιορισμένης ευθύνης». Επίσης ενδεικτική είναι η μη συμμετοχή των λοιπών κυβερνητικών εταίρων στη στελέχωσή της: αντίθετα από τα δημοσιογραφικώς αναπαραγόμενα, αυτή μοιάζει με πολιτική επιλογή βάσει της επίγνωσης του επερχόμενου ταπεινωτικού τέλους της.

Η κυβέρνηση Σαμαρά είναι σαν μια τελευταία προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης, προκαταβολικά καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι συν-εταίροι της κυβερνητικής συνεργασίας (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ), παρά τις προθέσεις τους, είναι πολύ πιθανόν να μην προλάβουν να προετοιμάσουν οποιαδήποτε εναλλακτική διαχειριστική εκδοχή. Αυτό δημιουργεί πολλά ανησυχητικά ενδεχόμενα: στην προοπτική μιας πρόωρης εκλογικής αναμέτρησης μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Σαμαρά είναι πολύ πιθανό οι δυο «μεγάλοι αντίπαλοι» να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ από τη μία και από την άλλη κάποια εκδοχή της ακροδεξιάς. Ιδιαίτερα δε για τη ΧΑ, τα μηνύματα είναι ακόμα πιο δυσοίωνα.

Ήδη από τις εκλογές της 6ης Μάη και ιδιαίτερα μετά τις 17 Ιούνη, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα εξω-οικονομικού και εξω-πολιτικού καταναγκασμού που το φασιστικό φαινόμενο ξέρει καλά να χειρίζεται: δολοφονικές επιθέσεις σε μετανάστες και αριστερούς, εκβιασμοί σε εργοδότες για απολύσεις μεταναστών και προσλήψεις «ενδεδειγμένων» Ελλήνων, μαζική «προστασία» σε μαγαζιά ή «ζώνες» εμπορίου και γειτονιές. Στο ενδεχόμενο κατάρρευσης της επίσημης Δεξιάς υπό το βάρος των αποτυχιών της, η ΧΑ θα προβάλει ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο διακυβέρνησης, αποσπώντας πιθανότατα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό. Και τα φασιστικά κόμματα ποτέ στην ιστορία τους δεν χρειάστηκαν 45% σε εκλογές για να διεκδικήσουν την κατάληψη της εξουσίας.

Εδώ είναι χρήσιμη μια υπενθύμιση: η δεξιά παράταξη στη χώρα δεν έπαψε ποτέ να έχει συγκροτημένη κοινωνική βάση. Αλλά και διαχρονικά επέδειξε αξιοσημείωτη δυνατότητα αναγέννησής της, ακόμα και ύστερα από (ή και μέσα σε) περιόδους έντονης απαξίωσής της από τα λαϊκά στρώματα. Δεν θα πρέπει να ξενίζει το ότι σε τέτοιες περιόδους, ιστορικά, η Δεξιά δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα να αποδέχεται παρεμβάσεις θεσμών όπως του στρατού, της αστυνομίας, των «παρακρατικών» κέντρων ή και εξωγενών δυνάμεων, να χρησιμοποιεί εκβιαστικά διλήμματα και να υποδαυλίζει τα πιο ταπεινά φοβικά αντανακλαστικά του λαού.

Επίσης, η Δεξιά στην Ελλάδα, τουλάχιστον μεταπολεμικά και ιδιαίτερα μετεμφυλιακά, υπήρξε κατά βάση «συντηρητική» και όχι «φιλελεύθερη». Οι δε μεταδικτατορικές προσπάθειες μετάλλαξης του πολιτικού λόγου της δεν συνοδεύτηκαν πάντα από τις ανάλογες μετατοπίσεις στην οργανωτική και κοινωνική της βάση: η Δεξιά, παρέμεινε λίγο πολύ στην περπατημένη ενός συντηρητικού και αρκετά κρατικοδίαιτου πελατειακού κόμματος το οποίο είχε ιδιαίτερες διασυνδέσεις με παραδοσιακά κέντρα εξουσίας

Η Δεξιά, μολονότι λίγες φορές είχε «έξωθεν καλή μαρτυρία», ποτέ δεν εξαφανίστηκε. Υπήρξε ως επί το πλείστον συντηρητική, γεγονός που της εξασφάλιζε βάση στήριξης σχετικά συμπαγή. Και δεν είχε πρόβλημα σε καιρούς κρίσιμους να επιστρατεύει ό,τι πιο σκοτεινό μπορεί να διαθέτει το αστικό πολιτικό παιχνίδι, εντός και εκτός του κοινοβουλευτικού του μανδύα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η ενίσχυση των αυτοτελών εκφράσεων κάποιας πιο «ακραίας» δεξιάς πολιτικής κατεύθυνσης είναι πολύ πιθανή.

Και φυσικά, όσο περισσότερο οδηγηθεί η ελληνική κοινωνία σε κρίση ή και απειληθεί το παγιωμένο «πυρηνικό» status quo των θεμελιακών πυλώνων της αστικής κυριαρχίας, τόσο περισσότερο οι θεσμοί του βαθύτερου κράτους θα ενεργοποιηθούν και για την υπεράσπιση της αστικής νομιμότητας και της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Και, μάλλον, σε αυτό το ενδεχόμενο κανένα κομμάτι της Δεξιάς δεν θα έχει σοβαρό πρόβλημα με κάτι τέτοιο, όσο κι αν η καταφυγή σε εξω-οικονομικού και εξω-πολιτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις κριθεί αντιδημοφιλής, αλλά αναγκαία. Και όσο περισσότερο αναγκαστεί η Δεξιά να καταφύγει σε τέτοιες παρεμβάσεις, τόσο απογυμνώνεται τελείως από τα φιλελεύθερα στοιχεία και οποιαδήποτε αναδιανεμητική επίφαση

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής και πάλι θα αναδυθεί: το αν θα ηγεμονεύσει το ένα ή το άλλο κομμάτι θα είναι μάλλον το λιγότερο σημαντικό σε σχέση με την πολιτική που θα ηγεμονεύσει. Γιατί, σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα της δεκαετίας του ’90 δεν ήταν κατεξοχήν ότι τα νεοφιλελεύθερα κόμματα κέρδισαν τις εκλογές στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, αλλά ότι όλα, λίγο πολύ, τα κόμματα του αστικού σκηνικού έγιναν νεοφιλελεύθερα. Κατ’ αναλογία και τώρα: της «μετά ΔΝΤ» Δεξιάς μάλλον της μέλλεται να είναι εθνικιστο-νεοφιλελεύθερη, όποιο κομμάτι και αν ευνοηθεί από τις άγνωστες διαδρομές και καντρίλιες της κοινοβουλευτικής παρλάτας.

Στην παρούσα φάση, φυσικά, είναι δύσκολο να προβλεφθεί είτε ποια εκδοχή θα προκριθεί είτε αν όλες ή κάποιες από τις σημερινές εκδοχές θα συμπτυχθούν προς τη μία ή την άλλη απάντηση για τον πολιτικό προσανατολισμό της αναμορφωμένης «μετά ΔΝΤ» Δεξιάς στην Ελλάδα. Ωστόσο, δεδομένων των πολιτικών συσχετισμών που προέκυψαν από τις δυο πρόσφατες εκλογές, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πολιτική κατεύθυνση που είναι σε θέση να ενώσει τα τόσο κατακερματισμένα κομμάτια του χώρου της Δεξιάς είναι ένα κράμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού και ακραιφνούς εθνικισμού στα όρια του κοινωνικού φασισμού: κάτι σαν την ελληνική εκδοχή ενός Πινοσέτ.

Αλλά και αντίστροφα: μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική, ριζοσπαστική Αριστερά θα μπορέσει να υπάρξει όχι απλώς κερδίζοντας τη μία ή την άλλη εκλογική αναμέτρηση. Θα μπορέσει να κερδίσει μόνο οικοδομώντας μια άλλη ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Αν θέλει όντως να επιδιώξει την ανατροπή και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Αν θέλει να αναμετρηθεί με τον κύριο πολιτικό απολογητή του συστήματος. Αν θέλει να συμβάλει στη χειραφέτηση του λαού και να προετοιμάσει μια σύγκρουση που η Δεξιά δε θα διστάσει να δώσει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
17/10/2019 - 10:50

Η παραδοχή ότι χρειάζεται ριζικός μετασχηματισμός λόγων, περιεχομένων, πρακτικών, οχημάτων είναι το «σημείο μηδέν» για να αρχίσουμε σήμερα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.