ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


«Η ποίηση δεν μπορεί να συμμαζέψει τα δημοσιονομικά ενός κράτους, μπορεί όμως να συμμαζέψει τα της ψυχής»


Με τη ματιά ενός νέου ποιητή ο Παναγιώτης Αρβανίτης μας μιλάει για το δικό του έργο, για την ίδια την ποίηση και για την κοινωνική της διάσταση.

 

Σχεδιάζεις το γράψιμό σου; Θέτεις κάποιους στόχους για το ποιος θα είναι ο προορισμός του ποιήματος ή της συλλογής;

Η ποίηση είναι μια αυθόρμητη διαδικασία. Δεν σχεδιάζεται, ούτε προ-σχεδιάζεται. Δεν έχει a priori προορισμούς. Συμβαίνει. Το ίδιο το ποίημα εμπεριέχει τη δική του εσωτερική επιταγή, τη δική του αγιάτρευτη αναγκαιότητα, η οποία δεν θεραπεύεται με έξωθεν συνταγές και παρεμβάσεις. Γι’ αυτό θεωρώ αχρείαστα όλα αυτά τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής.

Η απόσταση από τη στιγμή που ανοίγει ένας νέος κύκλος ποιημάτων μέχρι τη στιγμή που νιώθεις ότι κλείνει και συγκροτείται μία συλλογή είναι μεγάλη και μπορεί να διαρκέσει καιρό. Είναι άλλο πράγμα όταν γράφεις τα πρώτα σκόρπια ποιήματα ενός μέλλοντος βιβλίου το οποίο δεν έχει υπάρξει ακόμα ούτε καν ως υποψία, κι είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία όταν υπάρχει ήδη ένα υλικό, ένα σώμα ποιημάτων δηλαδή, το οποίο σε οδηγεί σε μία συλλογή. Όταν πια υπάρχει ένα υλικό, έτοιμο σχεδόν, τότε το ίδιο θα σε οδηγήσει στις τελευταίες πινελιές, στις έσχατες αφαιρέσεις, σε εκείνη την τελική απόφαση που καθιστά τα ποιήματα ένα ενιαίο βιβλίο ποίησης, που κάνει -με άλλα λόγια- ένα έργο έργο τέχνης.

 

Φαίνεται πως δεν γράφεις μόνο για σένα. Υπάρχει μια κοινωνική διάσταση στα ποιήματά σου. Σε ενδιαφέρει μια αλληλεπίδραση με τον αναγνώστη; Θα θελες να εκφράζεις κι εκείνον;

Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του μεταπολέμου, ο Paul Celan, στην ομιλία του με αφορμή την παραλαβή του βραβείου Büchner, γνωστή με τον τίτλο “Μεσημβρινός”, αναφέρεται στην ποίηση ως μία πιθανή συνάντηση, μία συνάντηση με το εντελώς Άλλο, με το Απέναντι. Λέει κάπου αλλού επίσης πως τα ποιήματα είναι καθ’ οδόν, κατευθύνονται προς κάτι, είναι μία ενδεχόμενη χειραψία προς τον πλησίον του απώτερου μέλλοντος. Εγώ θα προσθέσω πως το ποίημα είναι μοναχικό στο βαθμό που απευθύνεται σε κάποιον που ακόμα δεν έχει υπάρξει, αλλά χωρίς αυτόν μένει μετέωρο το ίδιο το συμβάν του ποιήματος. Η θέση του ποιήματος τελικά δεν βρίσκεται στην άκρη αλλά στα μισά του δρόμου, το άλλο μισό του οποίου πρέπει να διανύσει ο ίδιος ο αναγνώστης.

Κοινωνική διάσταση είναι αδύνατον να μην υπάρχει στα ποιήματα, εφόσον το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα είναι η γλώσσα. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, δύο συμπληγάδες τις οποίες πρέπει να αποφύγει η σύγχρονη ποίηση: η μία είναι η Σκύλλα της λυρικοαυνανιζόμενης ποίησης που αδιαφορεί παντελώς για την κοινωνική πραγματικότητα και η άλλη είναι η Χάρυβδη της υπερπολιτικοποιημένης ποίησης.

Στην πρώτη περίπτωση το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να ρεμβάζουμε λυρικότητα όταν χιλιάδες άνεργοι, χιλιάδες πρόσφυγες, χιλιάδες απελπισμένοι δίπλα μας ζουν στον πληθυντικό της εξαθλίωσης και στα πρόθυρα του κενού, γιατί όπως λέει και ο Walter Benjamin, κάθε τεκμήριο πολιτισμού κάλλιστα μπορεί να γίνει και τεκμήριο βαρβαρότητας.

Στη δεύτερη περίπτωση, θεωρώ προβληματική μία τάση που με την πρόφαση της υπερ-πολιτικοποίησης μοιάζει να αισθητικοποιεί πολιτικά προβλήματα, όπως λ.χ. το προσφυγικό, με δακρύβρεχτα και γλυκανάλατα ποιήματα που συμπονούν τάχα τους πρόσφυγες, αλλά μάλλον τους προσβάλλουν, υποβαθμίζοντας το πρόβλημά τους από πολιτικό σε λυρικό. Χρειάζεται, νομίζω, προσοχή. Τα πολύ επίκαιρα ποιήματα, τα ποιήματα που γράφονται “τώρα” και μιλούν για το “τώρα” είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων μέτρια, και στη χειρότερη δηλητηριώδη.

 

Βλέπεις κάποιο ρόλο για την ποίηση σε μια περίοδο κρίσης, όπως η σημερινή;

Η ποίηση δεν μπορεί βέβαια να συμμαζέψει τα δημοσιονομικά ενός κράτους ούτε να πυροδοτήσει εξεγέρσεις, μπορεί όμως να συμμαζέψει τα της ψυχής. Μπορεί να κοπάσει υπαρξιακές τρικυμίες, να κατευνάσει ιλίγγους, να διασώσει την εσωτερική μας διαύγεια, να διαφυλάξει τα μη αυτονόητα, τον εαυτό, τον οιονδήποτε εαυτό. Και όλα αυτά δεν είναι πράγματα ασήμαντα, κατά τη γνώμη μου, ειδικά τώρα, σε μία περίοδο συλλογικού κενού και μαζικής κατάθλιψης, σε μία περίοδο που φτωχοποιείται ολόκληρο το σύμπαν και επελαύνει γύρω η αγριότητα.

Κάθε ποίημα είναι μια ολοκαίνουργια πραγματικότητα, ένα επαναστατημένο κομμάτι γλώσσας, θα έλεγα, και αυτό από μόνο του αρκεί για να μας κάνει να ξεμάθουμε να βλέπουμε τα πράγματα με τον τρόπο που το κάναμε μέχρι τώρα, ν’ αλλάξει, με λίγα λόγια, ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Κάπου είχα διαβάσει πως κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο κόσμος διάβαζε πολύ, και διάβαζε πολύ ποίηση. Στις οριακές στιγμές της ιστορίας η ποίηση και η λογοτεχνία γενικότερα πάντα έχει να δώσει νέα ερωτήματα στις πρώην ιδέες μας, στις μέχρι χθες δοσμένες απαντήσεις που είχαμε για τα πράγματα.

 

Φαίνεται να μην κρατάς σταθερή τη μορφή της γραφής σου. Ποια είναι η σχέση μορφής- περιεχομένου για σένα;

Μικρότερος πειραματιζόμουν με όλες τις μορφές του ποιητικού λόγου, από ομοιοκατάληκτα ποιήματα μέχρι και ποιήματα υπερρεαλιστικής διάθεσης και υφής. Ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές, ο René Char, καλλιεργούσε ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά είδη ποιητικού λόγου, από ποιητικούς αφορισμούς, ολιγόστιχα ποιήματα, ποιήματα μεγάλης έκτασης και πνοής μέχρι και ποιήματα σε πρόζα. Εντέλει το ποια αισθητική μορφή θα πάρει η υπαρξιακή μας αγωνία το καθορίζει ο ρυθμός με τον οποίο μας χαρίζεται το εκάστοτε ποίημα.

Εξάλλου, θεωρώ τη διάκριση μορφής – περιεχομένου λίγο προβληματική, ειδικά σήμερα, που τα είδη του λόγου αλληλοεπικαλύπτονται, χωρίς στην ουσία να υπάρχουν ευδιάκριτα όρια μεταξύ τους. Μετά από τόσους -ισμούς ο ελεύθερος στίχος έχει φτάσει σε έναν κορεσμό και για να παραφράσσω τον Sartre, η ελευθερία είναι καταδίκη, ακόμα και για τον στίχο. Αίσθησή μου είναι ότι ο ποιητικός λόγος οικειοποιείται πλέον πεζόμορφες και υβριδικές μορφές λόγου, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει την συνύπαρξη αυτών με άλλες πιο παραδοσιακές μορφές ποιητικού λόγου, ακόμα και ομοιοκατάληκτες. Έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένα παραδείγματα νεότερων ποιητών. Πλέον προτιμώ τα ολιγόστιχα ποιήματα, χωρίς να παύουν να με γοητεύουν και μεγαλύτερες ποιητικές συνθέσεις όπως “Τα τέσσερα κουαρτέτα” του Eliot.

 

Πώς επηρεάζει η ιστορία της ποίησης το δικό σου έργο; Σε βαραίνει ή σε βοηθάει;

Με βαραίνει και με βοηθάει ταυτόχρονα. Το διάβασμα ποίησης, ελληνικής και ξένης, το θεωρώ αυτονόητο χρέος για έναν ποιητή. Η ιστορία της ποίησης είναι ο καμβάς μπροστά στον οποίο ένας ποιητής ετοιμάζεται να δημιουργήσει. Πρέπει να γνωρίζεις σε βάθος ποιας παράδοσης αποτελείς την απόληξη, με ποιο σώμα κειμένων συνδιαλέγεσαι και συνομιλείς. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να υπάρχει μια λεπτή ισορροπία, μια διαλεκτική σχέση απορρόφησης ελληνικών και ξένων αναγνωσμάτων στο έργο ενός νεοέλληνα ποιητή. Η ισορροπία αυτή θεωρώ πως έρχεται με τον χρόνο, και είναι αυτό που ονομάζουμε ωριμότητα στο έργο ενός ποιητή.

Η ποίηση μπορεί να μοιάζει με μοναχικό μαραθώνιο, αλλά στην πραγματικότητα είναι μία αέναη σκυταλοδρομία, με τη μόνη διαφορά όμως πως πάντα ξεκινάει κανείς από την αρχή, από το μηδέν, από εκείνον τον σκληρό καθρέφτη, που λέει ο Σεφέρης, τ’ άσπρο χαρτί.

 

Είναι εύκολο για έναν ποιητή να εκδώσει την πρώτη του συλλογή;

Είναι αρκετά πιο εύκολο στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες όπως η Αγγλία και οι Η.Π.Α., όπου οριακά είναι αδιανόητο. Αρκεί να έχει κανείς κάποια χρήματα.

 

Θα ‘θελες, ως φιλόλογος, να μας κάνεις ένα σχόλιο για τη διδασκαλία της ποίησης στο σχολείο;

Αν και σπούδασα ελληνική φιλολογία, δεν έχω εμπλακεί ποτέ ως φιλόλογος στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν θεωρώ τον εαυτό μου φιλόλογο, οπότε θεωρώ κάπως αδόκιμο να σχολιάσω μ’ αυτήν την ιδιότητα τη διδασκαλία της ποίησης στο σχολείο. Ως ποιητής, όμως, θα ήθελα να πω πως η ποίηση αποστρέφεται τους θεσμούς και τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Και απευθυνόμενος κυρίως στους μαθητές και τα παιδιά, θα έλεγα, πως ανεξάρτητα από το πόσο θετικά ή αρνητικά ερεθίσματα μπορεί να σου δώσει το σχολείο σε σχέση με την ποίηση, ο δρόμος της ποίησης και της λογοτεχνίας, ο δρόμος του βιβλίου και της ανάγνωσης, ίσως είναι δύσβατος και απόξενος στην αρχή, είναι όμως ο μόνος που εγγυάται τις προϋποθέσεις της ελευθερίας μας.

 

Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές συλλογές του Παναγιώτη Αρβανίτη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη: Μια στάλα κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι (2009) και Λευκό χιούμορ (2012).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ|
02/09/2019 - 13:28

Οι κεντρικοί τραπεζίτες (αντίθετα από τα κινήματα) έχουν καταλάβει ότι έχει έρθει τέλος εποχής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.