ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Να ακούσουμε τα υπόγεια βήματα της ελπίδας…


Ομιλία στο 6ο Φεστιβάλ της Αριστερής Ανασύνθεσης στη Θεσσαλονίκη, 15/4/2016

Ίσως ένα από τα πιο εκνευριστικά πράγματα με την τρέχουσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ο τρόπος που το ένα βήμα παράδοσης μετά το άλλο, το μία ταπεινωτική συνθηκολόγηση μετά την άλλη παρουσιάζεται ως νίκη ή επιτυχία.

Πέρσι το ΔΝΤ ήταν ο φίλος και ο σύμμαχός μας που θα βοηθούσε για αναδιάρθρωση και απομείωση του χρέους σε αντίθεση με την «αδιάλλακτη Μέρκελ». Σήμερα η κυβέρνηση παρουσιάζεται ως αυτή που θα «διώξει το ΔΝΤ», κατηγορώντας το μάλιστα επειδή είπε ότι είναι αδύνατο να επιτευχθεί το δυσβάστακτο για όλους εμάς 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα και λέγοντας ότι θα μείνουμε μόνο με τους Ευρωπαίους που πλέον είναι φίλοι μας και η Μέρκελ η καλύτερη σύμμαχός μας. Η Μέρκελ που βέβαια συναντήθηκε με τη Λαγκάρντ, η Μέρκελ που όταν λέει «όχι άλλα μέτρα» εννοεί όχι άλλα μέτρα πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί και είναι όλο το μνημόνιο, που επέβαλε τη συμφωνία για το προσφυγικό.

Θα ήταν καλό ακόμη να σταματήσουν να λένε ότι αυτοί κάνουν αντίσταση. Ο παλιός μας γνώριμος Παύλος Πολάκης καλό είναι να σταματήσει το σφακιανό φολκλόρ του γιατί προσβάλλει τους ασθενείς που βλέπουν να αναβάλλονται ακτινοθεραπείες και χειρουργεία, αυτούς που αναζητούν φάρμακα, όλους όσους αντιμετωπίζουν τη διάλυση του ΕΣΥ. Όπως επίσης, ο κ. Φίλης, ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών εκκαθάρισης εσωκομματικών αντιπάλων εντός κοινοβουλίου, βλέπουμε πολύ καλά το έργο που παράγει στο Υπουργείο Παιδείας. Το βλέπουν οι χιλιάδες αναπληρωτές που πετάγονται κυριολεκτικά στο δρόμο, το βλέπουν οι γονείς που μαθαίνουν ότι κόβονται τάξεις στο σχολείο τους, θα τα δουν τα νηπιαγωγεία που θα χάσουν τμήματα, τα πανεπιστήμια που υπολειτουργούν και καλούνται να καλύψουν κενά είτε με διδάσκοντες των 300 ευρώ το μήνα είτε με μετατάξεις από το δημόσιο. Και βεβαίως τη κυβερνητική «αντίσταση» θα τη δούμε όλοι μας όταν κληθούμε να πληρώσουμε +1% ΦΠΑ στα βασικά είδη καθώς και τους αυξημένους φόρους, την ίδια ώρα π.χ. που η κυβέρνηση ικανοποιώντας τις απαιτήσεις των μετόχων του ΟΠΑΠ θα υπαναχωρήσει από τη φορολόγηση των στηλών στα παιχνίδια τζόγου.

Ούτε μπορούν να πείσουν κανέναν οι κραυγές περί δήθεν καταπολέμησης της διαπλοκής που επικεντρώνονται στους εύκολους στόχους όπως ο Ψυχάρης την ίδια ώρα που η κυβέρνηση παρακαλάει για την υποστήριξη του Βαρδινογιάννη, αξιοποιεί την προσπάθεια Μαρινάκη και εφοπλιστών να ξαναμπούν στο παιχνίδι, σφυρίζει κλέφτικα την ώρα που επισήμως κατηγορείται ο Μπόμπολας για μίζες στην Κύπρο και δίνει γήπεδα στον Μελισσανίδη.

Όσο για το υποτιθέμενο «ήθος της Αριστεράς» αυτό ξεχάστηκε πιο γρήγορα από τις υποσχέσεις περί σοσιαλισμού του αείμνηστου Αντρέα Παπαντρέου. Τελευταίο φύλλο συκής που πλέον εξέπεσε, η υποτιθέμενα διαφορετική στάση στο προσφυγικό. Πλέον, η κυβερνητική πολιτική είναι αντιπροσφυγική, αντιμεταναστευτική, σε εφαρμογή του κρατικού ρατσισμού που είναι σήμερα το πραγματικό και σκοτεινό πρόσωπο της Ευρώπης. Φτιάχνει κλειστά κέντρα κράτησης και ετοιμάζει νέες Αμυγδαλέζες. Στοχοποιεί με τον πιο χυδαίο τρόπο τους αλληλέγγυους. Προσπαθεί να παρεμποδίσει τα αυτόνομα κινήματα αλληλεγγύης. Στηρίζεται στους «αγανακτισμένους πολίτες» και στους Χρυσαυγίτες για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά όπως είδαμε στη Χίο.

Επομένως, πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Απέναντί μας έχουμε μια αντιλαϊκή κυβέρνηση, που συνεχίζει με την ίδια επιθετικότητα να εφαρμόζει ανοιχτά νεοφιλελεύθερες πολιτικές και αποδέχεται πλήρως την κατάλυση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Τα αεροδρόμια ο Τσίπρας τα πούλησε τελικά και όχι ο Σαμαράς, το ίδιο και με το Ελληνικό και τον ΑΔΜΗΕ. Και βέβαια ο Τσίπρας θα ολοκληρώσει το περιβαλλοντικό έγκλημα στις Σκουριές. Αυτός όχι κάποιος άλλος. Καμιά αυταπάτη επομένως, καμιά επένδυση σε «εσωτερικές» διαφοροποιήσεις (τι άλλο είναι η στάση Δρίτσα ή Κατριβάνου παρά το άλλοθι της επίσημης πολιτικής;), αλλά προσπάθεια να ξαναβρεί αυτή η κοινωνία το σθένος, την αποφασιστικότητα και την αντίστασή της.
Και εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί η μεγαλύτερη καταστροφή που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς ο εξευτελισμός της ίδιας της έννοιας της Αριστεράς, η αποκαρδίωση του κόσμου, η παραίτηση, η αίσθηση «όλοι ίδιοι είναι». Αυτό πρέπει να αντιστρέψουμε.

Το πρώτο πράγμα είναι να μην ξεχνάμε πόσο βαθύ ήταν το ρήγμα που ο ίδιος ο λαός άνοιξε με τους αγώνες του. Αυτό που έγινε στην Ελλάδα στην περίοδο 2010-12 αλλά και πιο μετά σε στιγμές όπως το δημοψήφισμα έδειξε ότι μέσα στην ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκαν όροι για την αποστοίχιση από την επίσημη πολιτική τεράστιων τμημάτων των λαϊκών τάξεων. Αποτυπώθηκε η δυνατότητα ενός νέου ιστορικού μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης και της πολιτικής. Αναδύθηκε η ανάγκη και η αναζήτηση για έναν άλλο δρόμο, έξω από το φαύλο κύκλο της απογοήτευσης και της παραίτησης, ένα δρόμο ρήξης και ανατροπής γιατί φάνηκε πια ότι το «μεγάλο αφήγημα» της αστικής τάξης για την πρόσδεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μόνο καταστροφή έφερε. Ιδίως, όταν όλοι αντιλαμβάνονται τα συμπτώματα κρίσης του «ευρωπαϊκού ονείρου, από την προοπτική του Brexit μέχρι την γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους «ευρωπαϊκούς θεσμούς». Πώς όμως ξαναπιάνουμε το νήμα αυτή της δυναμικής, αυτού του ανοιχτού ιστορικού στοιχήματος μέσα στις σημερινές δυσκολίες;

Το πρώτο πράγμα είναι ακριβώς να επεξεργαστούμε, να προβάλλουμε, να ζυμώσουμε τη δυνατότητα του άλλου δρόμου. Να σπάσουμε το «δεν γίνεται αλλιώς». Αλλά για να το κάνουμε αυτό χρειάζεται να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Χόρτασε ο λαός από εύκολες αντιμνημονιακές κραυγές και κάθε λογής ευκολίες. Θέλει να ακούσει τα πραγματικά βήματα και τις πραγματικές δυσκολίες. Αυτό σημαίνει ότι η αναγκαία έξοδος από το ευρώ και η παύση πληρωμών για τη διαγραφή του χρέους πρέπει να παρουσιαστούν ως αναγκαίες και εφικτές κινήσεις σύγκρουσης με την ΕΕ και το κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο, που θα οδηγήσουν σε μια συνολική διαδικασία ρήξης με την Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκινώντας από την ανυπακοή στις ευρωσυνθήκες. Είναι προφανές ότι μια τέτοια πορεία σύγκρουσης θα σημαίνει απώλεια των αγροτικών επιδοτήσεων και των ΕΣΠΑ, όμως δεν πρέπει να φοβηθούμε τέτοια ενδεχόμενα εάν πρόκειται να ξεκινήσει μια πορεία πραγματικής ανασυγκρότησης.

Όλα αυτά σημαίνουν ακόμη ότι έχουμε επίγνωση ότι ο άλλος δρόμος, που θα είχε ως αφετηρία το εθνικό νόμισμα και την απαλλαγή από το βραχνά του χρέους αυτός δεν θα είναι απλώς ένας αναπτυξιακός δρόμος, ή η διαμόρφωση μιας ευνοϊκής μακροοικονομικής συνθήκης. Όχι γιατί η υποτίμηση ή η αύξηση της δημόσιας δαπάνης και της ρευστότητας δεν θα φέρουν βελτίωση κρίσιμων δεικτών. Αλλά γιατί δεν αρκεί. Γιατί η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να έρθει έτσι, Θα χρειαστεί βαθύς μετασχηματισμός στον οποίο δεν θα είναι σύμμαχος αλλά εχθρός η «επιχειρηματικότητα», ντόπια και ξένη. Άρα θα χρειάζονται εξαρχής εθνικοποιήσεις, ίδρυση δημόσιων επιχειρήσεων σε κρίσιμους κλάδους, δυνατότητα ενός κύματος αυτοδιαχείρισης μονάδων, εκτεταμένες πρακτικές εργατικού ελέγχου, ακριβώς για να μπορέσει να υπάρξει δημοκρατικός σχεδιασμός και κλαδική βιομηχανική πολιτική. Με αυτή την έννοια στη δική μας περίπτωση άμεσα μέτρα και κοινωνικός μετασχηματισμός, σωτηρία της κοινωνίας και σοσιαλιστική προοπτική έρχονται πιο κοντά. Αυτή είναι σήμερα η πρόκληση του μεταβατικού προγράμματος.
Αυτό συνεπάγεται ότι η διεκδίκηση της εξουσίας από ένα τέτοιο δυνάμει ιστορικό μπλοκ, ο πυρήνας δηλαδή του ερωτήματος της αριστερής κυβέρνησης ως πολιτικού στόχου για την περίοδο, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με κλασικούς κοινοβουλευτικούς όρους. Η τραγική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε μόνο ότι ο ευρωπαϊσμός είναι η βασιλική οδός του νεοφιλελευθερισμού αλλά και ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναμέτρηση με το ερώτημα της εξουσίας χωρίς στήριξη σε ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα, ικανό να διαμορφώσει συνθήκη ουσιαστικά μιας σύγχρονης εκδοχής δυαδικής εξουσίας.

Μόνο που αυτή η αυτόνομη οργάνωση του λαού δεν είναι κάτι για το μέλλον, αλλά πρέπει να ξεκινήσει τώρα. Επομένως, σήμερα πρώτος και κύριος στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η επιστροφή της αυτοπεποίθησης στο λαό. Όμως, αυτό σημαίνει να δούμε πολύ σοβαρά και τις μορφές οργάνωσης του λαϊκού κινήματος. Μπροστά σε νέες προκλήσεις χρειαζόμαστε νέα σχήματα, νέες μορφές, νέους δρόμους συντονισμού. Χρειάζεται π.χ. να πούμε ότι σήμερα η ΓΣΕΕ δεν έχει σχέση με το εργατικό κίνημα, δεν μπορεί να συντονίσει παρά μόνο να υπονομεύσει τους εργατικούς αγώνες, όπως και κάνει. Επομένως ρήξη τώρα με όλες τις παραλλαγές του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, έμφαση στα πρωτοβάθμια σωματεία και άνοιγμά τους σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, νέα σωματεία εκεί όπου δεν υπάρχουν, εναλλακτικά αγωνιστικά σημεία αναφοράς και πεδία συντονισμού. Χρειάζεται πρωτοβουλίες όπως το Block it να γενικευτούν για να πιάσουμε τη νεολαία της επισφάλειας. Χρειάζεται να προχωρήσει η ενωτική πορεία της φοιτητικής ριζοσπαστικής Αριστεράς ως αναγκαία συνθήκη για να βγει ξανά μπροστά το φοιτητικό κίνημα. Χρειάζεται να δούμε από τους αγροτικούς αγώνες ότι όσο δεν υπάρχει ενωτικός συντονισμός των ίδιων των αγωνιζόμενων αγροτών τα μπλόκα θα κινδυνεύουν να ηττηθούν είτε από τις κομματικές επιλογές του Περισσού είτε από τα κόλπα των εκπροσώπων των επιχειρηματικών συμφερόντων. Χρειάζεται να δούμε πώς στις γειτονιές και στους δήμους θα φτιαχτούν ευρύτεροι τοπικοί συντονισμοί και αγωνιστικές πρωτοβουλίες. Χρειάζεται να σκύψουμε πάνω στο κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, ιδίως τώρα που η κυβέρνηση αλλάζει άρδην ρότα, να μην ξεχάσουμε ότι το χνάρι όλων αυτών των πρακτικών είναι προοδευτικό, χειραφετητικό, αριστερό, να στηρίξουμε ακόμη περισσότερο τις αυτόνομες πρακτικές αλληλεγγύης σε σύγκρουση με την κυβέρνηση.

Μόνο που όλα αυτά σημαίνουν ότι απαντάμε και στο ερώτημα για την Αριστερά. Σήμερα χρειάζεται πλήρης ανασημασιοδότηση της ίδιας της έννοιας της Αριστεράς, μετά από την κατασυκοφάντηση από το ΣΥΡΙΖΑ. Και επανίδρυση της Αριστεράς σημαίνει μετωπική πολιτική. Το ζήτημα του μετώπου δεν είναι σήμερα υπόθεση απλώς εκλογική, ούτε αθροίσματος δυνάμεων. Χρειαζόμαστε, περισσότερο παρά ποτέ, τα πεδία συνάντησης εμπειριών, ευαισθησιών, αναζητήσεων, κινημάτων και ρευμάτων, τα εργαστήρια μιας νέας πολιτικοποίησης και συλλογικής επεξεργασίας του άλλου δρόμου.

Και αυτό βάζει σοβαρές ευθύνες. Και σε όσες δυνάμεις επιμένουν στο δρόμο του αναχωρητισμού και αρνούνται να αναμετρηθούν με την πρόκληση του μετώπου επιμένοντας στο δρόμο της αυτάρεσκης κατοχύρωσης του αριστερού άκρου. Και σε όσα πολιτικά στελέχη σκέφτονται με τον αστικό τρόπο των προσωπικοκεντρικών κομμάτων που θεωρούν ότι η ατομική δημοφιλία μπορεί να υποκαταστήσει το πρόγραμμα και την πραγματική γείωση μέσα στην κοινωνία.

Βάζει ευθύνες, όμως, και σε όλες και όλους μας που συμμετέχουμε μέσα στην περιπέτεια της ΛΑΕ. Πρέπει εδώ και τώρα να πάρουμε διαζύγιο από κάθε λογική πάμε σαν κανονικά, κάθε ρουτίνα του τύπου «εδώ είμαστε, ακολουθήστε μας», κάθε τεμπελιά ως προς το πρόγραμμα, κάθε γραμμάτιο με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τις κυβερνητικές δυνάμεις στην αυτοδιοίκηση, όλες τις «σκουριές» γραφειοκρατίας, παραγοντισμού και αυταρέσκειας που κληρονόμησαν όλες οι παραλλαγές της Αριστεράς. Πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε η έμπρακτη αυτοκριτική για τα λάθη, όλης της Αριστεράς, τις ανεπάρκειες, τα κενά και τις σιωπές που έφεραν το λαϊκό κίνημα σε αυτή την ήττα. Πρέπει να αποδείξουμε ότι μπορούμε να αλλάζουμε, να κάνουμε πολιτική με άλλο τρόπο, χωρίς να αντιγράφουμε τις πρακτικές των αστικών κομμάτων, και πάνω από όλα να μην ξεχνάμε ότι πολιτική δεν είναι απλώς «να τα λέμε και να μας ψηφίζουν» αλλά να βάζουμε πλάτη για να μπορούν οι ίδιοι οι άνθρωποι να αλλάζουν τις ζωές τους, με τις δικές τους δυνάμεις και τα δικά τους κινήματα. Πρέπει να κάνουμε πράξη μια άλλη δημοκρατία και μια άλλη συντροφικότητα. Να νιώθουν οι αγωνιστές ότι μέσα στις πολιτικές διαδικασίες είναι πιο ελεύθεροι, πιο δημιουργικοί, λιγότερο αλλοτριωμένοι από την υπόλοιπη ζωή τους. Να σπάσουμε τα στεγανά και τις ιεραρχίες με την επίγνωση ότι αρκετές φορές ο κόσμος του αγώνα ξέρει καλύτερα και περισσότερα από την όποια ηγεσία του. Πρέπει να συζητήσουμε συλλογικά και ουσιαστικά το πρόγραμμα. Όχι με πολέμους λέξεων και διατυπώσεων, αλλά με πραγματικό συλλογικό ψάξιμο και αναζήτηση. Με κριτήρια όχι επικοινωνιακά αλλά ουσιαστικά, με πραγματική έρευνα και μελέτη. Πρέπει να βγούμε επιθετικά στη μετωπική πολιτική με ανοιχτή πρόσκληση προς όλες και όλους. Με τόλμη. Με επίγνωση ότι η ΛΑΕ δεν είναι το μέτωπο αλλά αφετηρία για το μέτωπο και την ανασύνθεση της Αριστεράς.

Σε όλα αυτά εμείς θέλουμε να προσθέσουμε και κάτι ακόμη. Για εμάς ανασύνθεση της Αριστεράς σημαίνει και αναμέτρηση με την αποκομμουνιστικοποίηση της τις τελευταίες δεκαετίες. Όχι με λογικές συμβόλων και ιστορικών αναφορών, αλλά προκλήσεων από το μέλλον. Γιατί το «Κ» δεν είναι ταμπέλα για εμάς αλλά το νήμα που συνδέει την εργατική και λαϊκή αναφορά, την αναμέτρηση με το ερώτημα της εξουσίας και την ηγεμονία, τη διαλεκτική αντικαπιταλισμού και αντιιμπεριαλισμού, τη γραμμή μαζών, την πολιτική συγκρότηση, τη σύγχρονη επαναστατική στρατηγική και τη σοσιαλιστική προοπτική. Αυτό είναι το νήμα στο οποίο θέλουμε να συνεισφέρουμε με την πρωτοβουλία για την κομμουνιστική Αριστερά.

Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι δίνει δύναμη ιστορικά στο εργατικό και επαναστατικό κίνημα δεν είναι ποτέ το βόλεμα, η επανάπαυση, η επανάληψη. Αλλά η τόλμη, ο διαρκής αναστόχασμός και αυτοκριτική και πάνω από όλα η διαρκής επιστροφή στο μόνο που μπορεί να δώσει δύναμη, τις αστείρευτες δυνάμεις της λαϊκής αντίστασης, επινοητικότητας και αναζήτησης για ένα καλύτερο αύριο. Οι συσχετισμοί μπορεί να φαντάζουν δύσκολοι, αλλά οι δυναμικές της οργής, της αντίσταση και της ελπιδας κάνουν τη δική τους υπόγεια δουλειά. Και εάν σκύψεις και τις αφουγκραστείς θα καταφέρεις «ν’ ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον» (Γ. Ρίτσος).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
22/08/2019 - 13:51

Το σαπούνι θα πρέπει εξαρχής να μην το πάρουμε στα σοβαρά· ίσως γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να το πάρουμε στα σοβαρά.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.