ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Να σηκώσουμε το γάντι


Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 25 / Απρίλιος 2010

Τους τελευταίους μήνες η δημοσιονομική κρίση μονοπωλεί την ελληνική πολιτική ζωή. Στο όνομα της δυσπιστίας των αγορών για τη δυνατότητα της Ελλάδας να ανταποκριθεί στα υψηλά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εξαγγέλλει μια ολοκληρωτική επίθεση στα λαϊκά συμφέροντα, αποδέχεται μια πρωτοφανή διαδικασία επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας από την Ε.Ε. και προσπαθεί να ανατρέψει κατακτήσεις δεκαετιών.

Πέρα από την τρομοκρατία των ελλειμμάτων

Γιατί υπάρχει σήμερα αυτή η επικέντρωση στην Ελλάδα; Καθαυτά τα οικονομικά μεγέθη δεν δικαιολογούν ούτε τον πανικό ούτε την καταφυγή σε έκτακτα μέτρα. Οι χώρες δεν «χρεοκοπούν» σε αυτή την κλίμακα, έστω και εάν δανειζόμενες μεγάλα ποσά σε υψηλά επιτόκια προφανώς και μεταφέρουν αυξημένα κόστη αποπληρωμής στο μέλλον.

Επιπλέον, όχι μόνο το σύνολο της ευρωζώνης εμφανίζει εν μέσω ύφεσης αυξημένα ελλείμματα, αλλά ακόμη και χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Προφανώς υπάρχουν και πλευρές κερδοσκοπικών πρακτικών στην όλη φιλολογία περί χρεοκοπίας. Η πιστοληπτική υποβάθμιση μιας χώρας σημαίνει απαίτηση υψηλότερου επιτοκίου, άρα δυνητικά μεγαλύτερα κέρδη για όποιον κάνει συναλλαγές με τα ομόλογά της. Ούτως ή άλλως βασική πλευρά του ανορθολογισμού των αγορών είναι η προεξόφληση μελλοντικών τάσεων, με όρους «αυτοεκπληρούμενης προφητείας». Όμως, μόνο αυτή η διάσταση δεν εντοπίζει το σύνολο του προβλήματος.

Επομένως αλλού πρέπει να αναζητήσουμε το γιατί η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως ο αδύναμος κρίκος ολόκληρης της αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ. Ο πρώτος είναι ότι το έλλειμμα στην Ελλάδα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της ύφεσης στην οικονομική δραστηριότητα που συνεπάγεται μείωση των κρατικών εσόδων. Είναι επιπλέον το αποτέλεσμα μιας συνειδητής πολιτικής επιλογής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ να αξιοποιηθεί η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή ως μοχλός συμμαχίας με αστικά και παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα. Επιπλέον, το σύστημα των δημοσίων δαπανών είναι οργανωμένο με τέτοια μορφή, ώστε στο πλαίσιο είτε της εξυπηρέτησης συγκεκριμένων μερίδων του κεφαλαίου είτε ακόμη και στο πλαίσιο γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων να υπάρχουν συνειδητές «σπατάλες»: αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις αμυντικές δαπάνες, τις φαρμακευτικές δαπάνες ή την υπερκοστολόγηση των μεγάλων έργων. Επομένως, στην Ελλάδα η απλή προσπάθεια αύξησης των εσόδων του κράτους ή περιστολής των δαπανών προσκρούσει σε συμφέροντα που αγγίζουν τον ίδιο τον συνασπισμό εξουσίας.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια σχετική υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά με τη βαθιά κρίση ολόκληρου του αναπτυξιακού υποδείγματος που στηρίχτηκε στον συνδυασμό ανάμεσα στο χαμηλό κόστος εργασίας, την αξιοποίηση της ακόμη πιο φτηνής μεταναστευτικής εργασίας και τις μεγάλες εισροές από την Ε.Ε., αλλά δεν μπόρεσε να απαντήσει πάνω σε ποιους τομείς και με ποιες κατευθύνσεις θα μπορούσε να έχει σταθερές και αναπαραγόμενες αναπτυξιακές δυναμικές. Η εξάρτηση κρίσιμων κλάδων όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός και ο εφοπλισμός από την οικονομική συγκυρία απλώς κάνει τα πράγματα χειρότερα. Υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να βρεθεί σε μια παρατεταμένη αρνητική αναπτυξιακή συνθήκη, με τον τρόπο που βρέθηκε παλαιότερα η Πορτογαλία ή βρίσκεται σήμερα η Ιρλανδία (το poster girl της «χρυσής περιόδου» της ΟΝΕ…). Και βέβαια σε μια τέτοια περίπτωση η εξάρτηση από την όποια αναπτυξιακή ώθηση θα έδιναν οι αναδιανεμητικές δαπάνες της Ε.Ε. παραμένει αναγκαστικά σημαντική, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ηγεμονικοί σχηματισμοί της Ε.Ε. θα ήθελαν να δουν να μειώνεται η σχετική υποχρέωσή τους.

Ουσιαστικά, η ελληνική περίπτωση αποκαλύπτει τη δομική αντίφαση που εξαρχής είχε το σύστημα του ενιαίου νομίσματος. Στο βαθμό που ένα τέτοιο σύστημα κάνει πιο εμφανείς τις διαφορές παραγωγικότητας (και «ανταγωνιστικότητας») ανάμεσα στους σχηματισμούς, είναι πολύ πιο εύκολο να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό σε συνθήκες οικονομικής μεγέθυνσης παρά σε συνθήκες ύφεσης, οπότε το όποιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας γίνεται πολύ πιο έντονο στις διάφορες εκφάνσεις του (μία από τις οποίες είναι και η αύξηση του κόστους δανεισμού). Απέναντι σε αυτή την αντίφαση η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, δηλαδή η απουσία επί της ουσίας αναδιανεμητικών δαπανών που να αντισταθμίζουν την ανισόμετρη ανάπτυξη, εξαρχής αποτρέπει κάθε άλλη απάντηση εκτός από την μετακύληση του κόστους στις πλάτες των εργαζομένων.

Ακόμη, όμως, και αυτοί οι λόγοι δεν είναι αρκετοί για να εξηγηθεί η εμμονή με την Ελλάδα. Ποιος ο λόγος, π.χ. που η Ισπανία δεν είναι με τον ίδιο τρόπο στο στόχαστρο, παρότι και εκεί καταγράφεται η εξάντληση ενός «αναπτυξιακού προτύπου»; Η διαφορά βρίσκεται στην ιδιαιτερότητα του συσχετισμού δύναμης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η Ελλάδα αποτέλεσε τη δυσάρεστη έκπληξη τα τελευταία χρόνια: παρήγαγε την πιο εντυπωσιακή και ταυτόχρονα επίφοβη και «μεταδοτική» έκρηξη τον περσινό Δεκέμβρη. Εδώ έχουν ξεδιπλωθεί επανειλημμένα εργατικά και νεολαιίστικα κινήματα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η χώρα μας εμφανίζει μικρότερο βαθμό εμπέδωσης πλευρών της αναδιάρθρωσης σε σχέση με το εργασιακό συμβόλαιο. Ακόμη και με τις ξεφτιλισμένες αυξήσεις της ΓΣΕΕ και των περισσότερων Ομοσπονδιών, η Ελλάδα είχε υψηλότερες μισθολογικές αυξήσεις σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης.

Αυτό παράγει έναν διπλό φόβο: Από τη μια, η ελληνική ολιγαρχία φοβάται ότι την ώρα που οι συσσωρευμένες αντιφάσεις της οδηγούν σε έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, δεν είναι δεδομένο ότι θα περάσει μονομιάς η ριζική επιδείνωση του συμβολαίου εργασίας και η μείωση του κόστους εργασίας. Από την άλλη, γεννά το φόβο στις ευρωπαϊκές ολιγαρχίες ότι η Ελλάδα θα είναι η πρώτη που θα «σπάσει» και δεν θα μπορέσει να μετακυλήσει το σύνολο του κόστους στις πλάτες των εργαζομένων, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα και για άλλες χώρες, ιδίως εάν αυτή η υπαναχώρηση γίνει υπό το βάρος κοινωνικών αγώνων.

Η τρομοκρατική επίκληση των ελλειμμάτων και της ανάγκης λήψης μέτρων φαντάζει ως προληπτική κίνηση απέναντι σε τέτοια ενδεχόμενα. Με αυτή την έννοια το «πρόβλημα Ελλάδα» δεν είναι απλώς δημοσιονομικό, αλλά κοινωνικό και πολιτικό. Άλλωστε, αν κανείς διαβάσει το μπαράζ ανακοινώσεων, άρθρων, «αξιολογήσεων» που γίνονται διεθνώς για την ελληνική οικονομία, θα διαπιστώσει ότι ο λόγος που αρθρώνεται δεν είναι «τεχνοκρατικός» αλλά πολιτικός: η Ελλάδα εγκαλείται να πάρει μέτρα αρκούντως σκληρά, ώστε να τα αισθανθούν οι μισθωτοί στο πετσί τους. Οι «αγορές», άλλωστε, παρά τα στοιχεία ανορθολογισμού που τις διακρίνουν, δεν παύουν να εκφράζουν και τη συμπυκνωμένη κοινωνική βία του κεφαλαίου. Αυτό που απαιτούν είναι ακριβώς η πλήρης συμμόρφωση στην πιο επιθετική εκδοχή καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο «κίνδυνος» έναντι του οποίου διεκδικούν π.χ. υψηλότερα επιτόκια είναι ακριβώς η αδυναμία, μέχρι τώρα, της ελληνικής ολιγαρχίας να τσακίσει πλήρως τις συλλογικές αντιστάσεις και κατακτήσεις.

Πρόγραμμα Σταθερότητας: κήρυξη πολέμου στα λαϊκά στρώματα

Σε αυτό το φόντο, το «Πρόγραμμα Σταθερότητας» της κυβέρνησης αποτελεί πραγματική κήρυξη πολέμου. Δεν αφορά μόνο κάποιες περικοπές ή μια συγκυριακή δυσπραγία. Με το Πρόγραμμα Σταθερότητας επιχειρούν να τροποποιήσουν συνολικά και σε βάθος χρόνου τον συσχετισμό δύναμης σε βάρος των εργαζομένων. Αυτό αντιστοιχεί στη λογική της «φυγής προς τα εμπρός» που κυριαρχεί σε όλη την Ευρώπη, καθώς οι ευρωπαϊκές ολιγαρχίες θεωρούν ότι σήμερα οποιαδήποτε απάντηση στην κρίση της κερδοφορίας τους περνά μέσα από την αναίρεση των όποιων στοιχείων του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου έχουν απομείνει.

Το πάγωμα μισθών και συντάξεων, η περικοπή επιδομάτων και δώρων, η περικοπή θέσεων εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στέλνει ένα μήνυμα στο σύνολο της οικονομίας για λιτότητα, απολύσεις και απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το Πρόγραμμα Σταθερότητας μιλάει για μείωση του πραγματικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος το 2011-2013, απόδειξη ότι αποτελεί στρατηγική επιλογή η μισθολογική συμπίεση και η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος του κεφαλαίου.

Η περικοπή δαπανών του δημόσιου τομέα δεν αφορά τόσο τον περιορισμό της «σπατάλης», όσο τον περιορισμό ζωτικών δαπανών και λειτουργιών του δημοσίου. Η μείωση των προσλήψεων εκπαιδευτικών και νοσηλευτών, που θα οδηγήσουν σε αποδιάρθρωση της λειτουργίας των δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων, είναι ένα από τα παραδείγματα. Η συστηματική προσπάθεια για περικοπή του συνολικού προσωπικού που απασχολείται στο δημόσιο θα οδηγήσει σε επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών, υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και σε επέκταση των μορφών ιδιωτικοποίησης, ανάθεσης έργου σε ιδιώτες, εργολάβους κ.λπ.

Οι αλλαγές στη φορολογία συνοψίζονται και πάλι σε φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών και προνομιακή μεταχείριση των εταιρικών εσόδων. Και όλα αυτά τη στιγμή που στην Ελλάδα ολοένα και περισσότερο μειώνεται η φορολογία των επιχειρήσεων (ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ενώ το 2000 τα έσοδα από τη φορολογία των νομικών προσώπων –των επιχειρήσεων– έφτανε το 48,19% της συνολικής φορολογίας εισοδήματος, σήμερα εκτιμάται στο 25% ενώ η φορολογία των φυσικών προσώπων από το 51,81% εκτιμάται ότι θα φτάσει το 74%), ενώ διατηρείται και αυξάνεται η βαρύτητα των (κοινωνικά άδικων) έμμεσων φόρων σε σχέση με τους άμεσους.

Η ατζέντα είναι συνολική

Το «Πρόγραμμα Σταθερότητας» αξιοποιείται ως μοχλός για συνολικές αναδιαρθρώσεις σε βάρος των εργαζομένων. Πρώτα από όλα έχουμε τις ανατροπές στο ασφαλιστικό. Δεν είναι μόνο ότι πηγαίνουμε σε μια ακόμη αύξηση των ορίων ηλικίας και παράταση του εργάσιμου βίου. Το σημαντικότερο είναι η αλλαγή στον χαρακτήρα του συστήματος: στη θέση του αναδιανεμητικού συστήματος και της αλληλεγγύης των γενεών προτείνεται ένα σύστημα με ανταποδοτικό και κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις εξαγγελίες, το κράτος θα εγγυάται μόνο την ενιαία βασική κατώτατη σύνταξη (περίπου 360 ευρώ). Από εκεί και πέρα θα υπάρχει ανταποδοτικό τμήμα με βάση τις συνολικές εισφορές, κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη και δυνατότητα για επαγγελματικές συντάξεις. Με αυτό τον τρόπο σπάει ο ενιαίος δημόσιος και κοινωνικός χαρακτήρας της ασφάλισης, εισάγεται η λογική της ανταποδοτικότητας και μειώνονται οι συντάξεις (αρκεί να αναλογιστούμε τι θα γίνει όταν οι σημερινοί εργαζόμενοι της εργασιακής περιπλάνησης και της υποασφαλισμένης εργασίας βρεθούν αντιμέτωποι με τον υπολογισμό σύνταξης στη βάση του συνόλου του εργάσιμου βίου).

Ταυτόχρονα, προλειαίνουν το έδαφος για ανατροπές και στις εργασιακές σχέσεις. Κραδαίνοντας το φόβητρο του 1 εκατομμυρίου ανέργων η κυβέρνηση θέλει να νομιμοποιήσει την ακόμη μεγαλύτερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, θεσμοθετώντας και τυποποιώντας όλο το φάσμα των μορφών της εργασιακής περιπλάνησης. Στο χώρο της παιδείας, με την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας και την εισαγωγή συστήματος κατάταξης επαγγελματικών δικαιωμάτων σε επίπεδα, νομιμοποιείται η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση και βαθαίνει ακόμη περισσότερο η αποσύνδεση πτυχίων και εργασιακών δικαιωμάτων και η υποβάθμιση, ρευστοποίηση και εξατομίκευση των επαγγελματικών δικαιωμάτων.

Οι ιδιωτικοποιήσεις και οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του δόγματος της νέας «αναπτυξιακής στρατηγικής», ενώ ανοίγει ο δρόμος για την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία και την εισαγωγή μορφών ανταποδοτικότητας στους δημόσιους οργανισμούς. Οι μεταρρυθμίσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και το σχέδιο «Καλλικράτης» θα σημάνουν μια ακόμη αποφασιστική τομή στην αναδιάρθρωση των κρατικών μηχανισμών και τη στεγανοποίησή τους απέναντι στα λαϊκά στρώματα.

Πίσω από την ιδεολογική τρομοκρατία με τα ελλείμματα και τη λογική «θυσίες για το καλό της οικονομίας» στην πραγματικότητα κρύβεται όλη η ατζέντα μεταρρυθμίσεων και αναδιαρθρώσεων που αποσκοπούν στη ριζική αναίρεση κατακτήσεων και στην τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των εργαζομένων στο πλαίσιο μιας στρατηγικής προσπάθειας να ανακάμψει η κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου. Ανεξάρτητα από το εάν αυτές οι επιλογές συνιστούν ή όχι «συνολική στρατηγική εξόδου», το σίγουρο είναι ότι εάν εμπεδωθούν θα έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση των δυνάμεων του κεφαλαίου.

Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια πρωτοφανή διαδικασία επιτήρησης, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να παρουσιάσει ως «επιτυχία» την επιτήρηση από την Ε.Ε. και όχι από το ΔΝΤ. Μόνο που θα ήταν λάθος να πιστέψουμε την εικόνα ότι έρχονται κάποιοι απ’ έξω να επιβάλουν μέτρα στην ελληνική κοινωνία. Η επιτήρηση συμπυκνώνει την πιο επιθετική αστική στρατηγική εξόδου από την κρίση, όπως αυτή διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ταυτόχρονα όμως αντιστοιχεί σε πραγματικές επιδιώξεις και του ελληνικού κεφαλαίου, προσφέροντας μάλιστα στους πολιτικούς εκπροσώπους του και το άλλοθι της «αναγκαστικής προσαρμογής». Για άλλη μια φορά είναι εμφανές ότι ο αστικός κόσμος είναι πάντα πρόθυμος να αποδεχτεί μείωση της εθνικής κυριαρχίας, εάν πρόκειται αυτό να εξυπηρετήσει τα ταξικά του συμφέροντα.

Να σπάσουμε την ιδεολογική τρομοκρατία

Απέναντι στην τρομοκρατία των ελλειμμάτων και της χρεοκοπίας χρειάζεται περισσότερο παρά ποτέ να υπάρξει ένας συνολικός αντίλογος από τη μεριά της Αριστεράς. Απέναντι στην προσπάθεια να παρουσιαστούν τα μέτρα ως αναγκαστικές θυσίες για το κοινό καλό, πρέπει να έρθει στο προσκήνιο το πραγματικό «κοινωνικό πρόσωπο» του Προγράμματος Σταθερότητας, ως ενός προγράμματος όχι έκτακτων μέτρων αλλά μόνιμων ανατροπών.

Χρειάζεται, όμως, να σηκώσουμε το γάντι και ως προς τον πυρήνα του κυρίαρχου λόγου που υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι αναγκαίες θυσίες εφόσον ζούμε στην ΟΝΕ και προκειμένου να μην ζήσουμε την «εθνική καταστροφή» που θα συνεπαγόταν η έξοδος από το ευρώ. Χρειάζεται να τολμήσουμε να μιλήσουμε για έξοδο από την ΟΝΕ και το ευρώ ως αναγκαίες προϋποθέσεις για πραγματικά φιλολαϊκές πολιτικές. Και βέβαια πάνω σε αυτό είναι που μπορούμε να μιλήσουμε και για πιο συνολικές τομές όπως είναι η έξοδος από την Ε.Ε. και η αντικαπιταλιστική προοπτική. Σε τελική ανάλυση αποδεικνύεται ότι, απέναντι στη βία των διαδικασιών διεθνοποίησης του κεφαλαίου, η επαναδιεκδίκηση στοιχείων εθνικής κυριαρχίας μπορεί να έχει και ταξικό πρόσημο.

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, το ζήτημα τόσο της συνολικής ρήξης με τους όρους ένταξης της Ελλάδας στο πλέγμα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού όσο και της αμφισβήτησης του ταξικού περιεχομένου του κυρίαρχου αναπτυξιακού μοντέλου μπορεί να αποτελεί όχι απλή ιδεολογική αναφορά, αλλά πραγματικό πολιτικό στίγμα. Αυτό σημαίνει να υπερβούμε τόσο τη λογική του απλού αντικαπιταλιστικού βερμπαλισμού που, υποτιμώντας άμεσα μέτωπα και κατακτήσεις, σπέρνει τελικά την  ηττοπάθεια (στον οποίο κατατείνει τόσο το ΚΚΕ όσο και –αντανακλαστικά– τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς) όσο όμως και την φαντασιωτική προβολή μιας ΟΝΕ που θα συνδυάζεται με αναδιανομή και δικαιοσύνη (στο πλαίσιο του περιβόητου αριστερού κεϋνσιανισμού) όπως κάνουν λίγο πολύ όλες οι αποχρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Για να νικήσουν οι αγώνες

Για να διαμορφωθούν όροι μιας αποτελεσματικής αγωνιστικής απάντησης χρειάζεται ένα σχέδιο αποτελεσματικής κλιμάκωσης των αγώνων. Το μούδιασμα και η ανασφάλεια που σήμερα κυριαρχούν στους χώρους δουλειάς, ακόμη και μετά τις πρώτες πετυχημένες απεργιακές κινητοποιήσεις, πρέπει να δώσουν τη θέση τους στη συνειδητοποίηση ότι οι εργατικοί αγώνες με συνέπεια και διάρκεια μπορούν να ανατρέψουν τα μέτρα. Αυτό περνά μέσα από τη διαμόρφωση μορφών και πρακτικών συλλογικής έκφρασης και πρωτότυπων εκδοχών συντονισμού και δράσης, σε ρήξη με τους συμβιβασμούς και την ανυποληψία της συνδικαλιστικής ηγεσίας των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Η προσπάθεια να υπάρξει μια διαδικασία ενωτικού αγωνιστικού ταξικού συντονισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, η συσπείρωση όλων όσων αναφέρονται στη δυνατότητα αγωνιστικής απάντησης με λογική όχι παραταξιακή αλλά κινηματική και σωματειακή, με προμετωπίδα το αίτημα της ανστροπής του «Προγράμματος Σταθερότητας», η ενωτική απεύθυνση προς το ΠΑΜΕ να εγκαταλείψει την αδιέξοδη τακτική του, συνολικά η έμπρακτη συγκρότηση ενός πολιτικού και κοινωνικού μετώπου αντίστασης μπορούν να διαμορφώσουν μια πραγματική άνοιξη της συλλογικής διεκδίκησης και να αποτρέψουν τον κίνδυνο το βάθεμα της επίθεσης να γεννά απλώς τυφλές κοινωνικές εκρήξεις χωρίς στόχο και στρατηγική.

Η κυβέρνηση έχει πολλούς συμμάχους στην προσπάθειά της να επιβάλλει τα μέτρα: το σύνολο των πολιτικών και ιδεολογικών μηχανισμών έχουν στρατευτεί στο πλευρό της. Αντιμέτωπη, όμως, με μια παρατεταμένη και ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη –τα υλικά για την οποία ολοένα και σωρεύονται– θα αναγκαστεί να υποχωρήσει. Το αποτέλεσμα του «πειράματος Ελλάδα» μπορεί να είναι ακριβώς η δυνατότητα των κοινωνικών αντιστάσεων να ανατρέπουν πολιτικές!

Σε αυτό το τοπίο, ο ρόλος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι κρίσιμος, ιδιαίτερα τώρα που τα σημάδια της κρίσης των κυρίαρχων στρατηγικών στην Αριστερά είναι περισσότερο παρά ποτέ εμφανή. Η αντικαπιταλιστική αριστερά καλείται να ξεπεράσει το επίπεδο της αριστερής αντιπολίτευσης και της απλής κινηματικής συνέπειας και να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στην προσπάθεια να ανατραπεί η προσπάθεια αρνητικής τροποποίησης του συσχετισμού δύναμης. Εάν το κατταφέρει, θα μπορέσει να κάνει όντως ένα μεγάλο βήμα στην προσπάθεια ανασύνθεσης εκείνης της ριζοσπαστικής αριστεράς που απαιτούν οι καιροί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
17/10/2019 - 10:50

Η παραδοχή ότι χρειάζεται ριζικός μετασχηματισμός λόγων, περιεχομένων, πρακτικών, οχημάτων είναι το «σημείο μηδέν» για να αρχίσουμε σήμερα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.