ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός...


(ομιλία στην εκδήλωση με θέμα «Η Αριστερά μπροστά στις διεθνείς εξελίξεις», στο Φεστιβάλ της Αριστερής Ανασύνθεσης στη Θεσσαλονίκη στις 16/03/2004).

Οι πρόσφατες εξελίξεις έφεραν την Αριστερά αντιμέτωπη με την πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού. Σε πείσμα μιας αφήγησης περί της «παγκοσμιοποίησης» ως διεργασίας που τροποποιεί τους όρους του διακρατικού ανταγωνισμού, στην πραγματικότητα βλέπουμε ένα τοπίο όπου εξακολουθούν να επενεργούν ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί, βλέψεις, απόπειρες επεμβάσεων, γεωστρατηγικοί υπολογισμοί.

Αντίστοιχα, δείχνουν να διαψεύδονται όσοι επεδίωξαν να βρουν κυρίως «ταξικούς» προσδιορισμούς σε εξελίξεις όπως αυτές της Ουκρανίας. Όχι γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες παράμετροι και συγκρούσεις ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ταξικές στρατηγικές και κοινωνικές συμμαχίες, ή διαφορετικά συμφέροντα, αλλά γιατί επικαθορίζονται από το διεθνές περιβάλλον και τις δυναμικές του.

Η εικόνα μιας χώρας όπου με εμφανή παρουσία εκπροσώπων ξένων κρατών, τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ, σπαράσσεται από κινητοποιήσεις, η βία των οποίων εξασφαλίζεται τόσο από την παρουσία της ακροδεξιάς – συμπεριλαμβανομένων ανοιχτά ναζιστικών τάσεων – όσο και των απαραίτητων ελεύθερων σκοπευτών που αναλαμβάνουν να διαμορφώσουν εικόνα «αυταρχικής εξουσίας», η σύνδεση ανάμεσα σε αιτήματα απόσχισης από τη ρωσική επιρροή που συντονίζονται με σαφείς σχεδιασμούς των ΗΠΑ για διαμόρφωση μιας αρκετά πιεστικής συνθήκης γύρω από τη Ρωσία και περιορισμό του κύκλου των χωρών που θα μπορούσε να τις ορίσει ότι είναι «στην επιρροή της», όλα αυτά θα έπρεπε να προσφέρουν αρκετές αποδείξεις ότι δεν είναι απλώς και μόνο εσωτερικές ταξικές δυναμικές και σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με ένα αυθεντικό λαϊκό κίνημα. Άλλωστε, η νέα Ουκρανική κυβέρνηση, πέραν του να ελέγχεται από τις δυτικές κυβερνήσεις, όχι μόνο έχει καθοριστική συμμετοχή των ακροδεξιών και ναζιστικών ρευμάτων αλλά και ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε μεγάλες μειώσεις στις συντάξεις και στην επιδότηση θέρμανσης.

Επιπλέον, μπορούμε να πούμε πια ότι ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός πάντοτε είχε και την ευφυΐα να εκμεταλλεύεται τυχόν συλλογικές δυναμικές διαμαρτυρίας. Από την αμερικανική υποστήριξη του αντιαποικιακού αιτήματος την επαύριον του Β΄ΠΠ, μέχρι τη σύγχρονη «ενσωμάτωση» των διαφόρων μαζικών κινημάτων σε στρατηγικές «αλλαγής καθεστώτος» τα παραδείγματα είναι πολλά.

Τα λέμε όλα αυτά όχι για να υποτιμήσουμε τα κινήματα που μπορεί να αναπτύσσονται, αλλά για να καταλάβουμε ότι μέσα στον αναγκαστικό επικαθορισμό κάθε κοινωνικής δυναμικής πάντοτε υπάρχουν διακυβεύματα τα οποία απαιτούν να πάρει κανείς θέση συγκεκριμένη και όχι απλώς να δέχεται τοις μετρητοίς ό,τι του προτείνουν.

Δυστυχώς, όμως, ο αντιιμπεριαλισμός για μεγάλο διάστημα συκοφαντήθηκε μέσα στην Αριστερά, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες. Καταρχάς είχαμε ολόκληρα ρεύματα που ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα υποτιμούσαν την ανάγκη αντιιμπεριαλιστικής παρέμβασης θεωρώντας ότι πρόκειται για μια αντικειμενική διαδικασία, μια μη αντιστρέψιμη κατεύθυνση, που, σε τελική ανάλυση, βοηθά και το επαναστατικό προτσές επεκτείνοντας τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και άρα τις αντιθέσεις της σύγχρονης εποχής. Αυτό συχνά συνδυαζόταν και με έναν ιδιότυπο γραμμικό διεθνισμό που θεωρούσε ότι υπάρχουν μόνο ταξικές αντιθέσεις, υποτιμούσε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και κινήματα αυτοδιάθεσης και οριακά οδηγούσε σε επικίνδυνες γραμμές ντεφετισμού, όπως δείχνει το παράδειγμα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Η ίδια αντίληψη οδήγησε σε μια αδυναμία κατανόησης των εσωτερικών εντάσεων και των εξωτερικών επικαθορισμών της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, όταν μεγάλα κομμάτια της ευρωπαϊκής Αριστεράς στήριξαν τη διάλυση της χώρας, νομιμοποίησαν τα αστικά στρώματα και τις μαφίες να γίνουν κυρίαρχες δυνάμεις και συντονίστηκαν με την αντισερβική υστερία με αποτέλεσμα την αδυναμία σαφούς τοποθέτησης απέναντι στην βάρβαρη ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία το 1999.
Πλευρά αυτής της αμηχανίας και η αδυναμία κατανόησης της διαπλοκής ανάμεσα σε ιμπεριαλισμό και «ανθρώπινα δικαιώματα». Η νομιμοποίηση των επεμβάσεων στο όνομα καταπάτησης δικαιωμάτων, η ενορχηστρωμένη συγκάλυψη της ισλαμοφοβίας και της προλείανσης του εδάφους για επεμβάσεις μέσα από την εκμετάλλευση «σεξιστικών» ή «πατριαρχικών» στερεοτύπων, οι «μάχες για τη μαντήλα», η ενορχήστρωση και εκμετάλλευση ζητημάτων όπως τα «σκίτσα του Προφήτη», όλα αυτά, δυστυχώς διέλαθαν της προσοχής αρκετών κομματιών της Αριστεράς οδηγώντας σε σημαντικά λάθη.

Προφανώς και αυτό δεν ακυρώνει πώς συχνά, ιδίως από φιλοσοβιετικά ρεύματα και θεωρητικές αναφορές, σε μια προηγούμενη περίοδο υπήρξε η αναπαραγωγή μιας μονομερούς αντιιμπεριαλιστικής τοποθέτησης που έβλεπε τα πάντα υπό το πρίσμα της τότε αντίθεσης των δύο μπλοκ και συχνά παρέκαμπτε ταξικές αντιθέσεις. Ήταν η εποχή που η Αριστερά στον τόπο μας ασχολήθηκε πολύ με την αποπυρηνικοποίηση των γειτονιών, αλλά δυστυχώς όχι με την αποπασοκοποίηση των συνδικάτων. 
Σήμερα, όμως, πρέπει να είμαστε ανήσυχοι. Ο κόσμος είναι ένας κόσμος σε συνθήκη μετάβασης. Η τεράστια επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και των αγορών παγκοσμίως δεν αναιρεί την ύπαρξη ανταγωνισμών, αντίθετα – σε πείσμα κάθε θεωρίας υπεριμπεριαλισμού – διαμορφώνει τη συνθήκη της έντασής τους. Η απόπειρα των ΗΠΑ, συστηματικά από το 1989 και μετά να παραμείνουν η ηγεμονική δύναμη στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, εκτός όλων των άλλων και μέσα από την προσπάθειά τους να έχουν μια στρατιωτική ισχύ – και συμμαχίες – που να εγγυώνται ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η θέση τους, σήμερα, αντικειμενικά τίθεται με άλλους όρους. Η άνοδος της Κίνας, της Ινδίας, η σχετική σταθεροποίηση της Ρωσίας, η άνοδος χωρών στη Λατινική Αμερική, όλα αυτά ακόμη και εάν δεν διαμορφώνουν ριζικά διαφορετική συνθήκη, εντούτοις διαμορφώνουν μια συνθήκη πιο σύνθετη, πιο αντιφατική, πιο πλούσια σε αντιφάσεις και σίγουρα μια συνθήκη όπου η αμερικανική ηγεμονία δεν είναι το ίδιο αυτονόητη.

Ωστόσο, η ανάδειξη ενός νέου ηγεμόνα σε παγκόσμια κλίμακα ούτε εύκολη είναι ούτε αυτονόητη. Η ανάδειξη των ΗΠΑ στην ηγετική θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν ήταν αποτέλεσμα απλώς της οικονομικής τους ισχύς, ούτε προήλθε αυτόματα επειδή μπόρεσαν να έχουν καθοριστικό ρόλο στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια να ηγηθούν της απάντησης στο σοβιετικό μπλοκ, συμπεριλαμβανομένης της διαρκούς πυρηνικής υπεροπλίας τους. Ήταν, ακόμη, ο τρόπος που «εξήγαγαν» έναν ορισμένο καθεστώς συσσώρευσης, αρχικά φορντικό και τεηλορικό, μεταφορντικό και νεοφιλελεύθερο σε δεύτερο χρόνο, ο τρόπος που υπερασπίστηκαν μια παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική που επέτρεπε την ανάπτυξη, συχνά με γοργότερους ρυθμούς από ό,τι οι ίδιες οι ΗΠΑ, των ανταγωνιστών τους (π.χ. η ανάπτυξη της Ιαπωνίας και της ΟΔΓ μετά τον πόλεμο) αλλά και ένα ολόκληρο πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πρότυπο: φιλελεύθερη δημοκρατία, ατομικισμός, καταναλωτικός ηδονισμός. Με αυτή την έννοια, όντως, άσκησαν για μεγάλο διάστημα μια ηγεμονική πολιτική. Η ηγεμονία αυτή υπέστη πλήγματα σε διάφορες στιγμές είτε εξαιτίας της ανάπτυξης νικηφόρων κινημάτων (π.χ. Βιετνάμ) είτε εξαιτίας της αδυναμίας να προσφέρουν ένα ηγεμονικό πρότυπο, αλλά δεν αναιρέθηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Απέναντι σε αυτό, η ανάπτυξη άλλων πόλων, που διεκδικούν να αποκτήσουν και πολιτικοστρατιωτική ισχύ, και μάλιστα με όρους δύναμης που θα μπορεί όχι απλώς να αμυνθεί αλλά και να επέμβει (εξ ου και η σημασία που αποκτά ολοένα και περισσότερο το ζήτημα της κατοχής αεροπλανοφόρων),με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Κίνας, με την απόπειρα αναβάθμισης της στρατιωτικής ισχύος της, την προσπάθεια οικοδόμησης συμμαχιών (έστω και τακτικών με άλλους πόλους όπως η Ινδία ή η Κίνα), τη μεγαλύτερη επιθετικότητα ιδίως απέναντι σε ζητήματα που θεωρεί ότι την αφορούν άμεσα. Το ερώτημα είναι εάν η Κίνα μπορεί ή όχι να λειτουργήσει ως ένα σχηματισμός που μπορεί να εξάγει ένα ορισμένο ηγεμονικό πολιτικό και πολιτισμικό πρότυπο (πέραν του βαθμού που το κάνει ήδη στη ΝΑ Ασία), ώστε να διεκδικήσει μια θέση ηγεμόνα, πέραν του να αποκτήσει τόσο την οικονομική πρωτοπορία αλλά και την στρατιωτική ισχύ;

Ανεξάρτητα από το εάν και σε ποια κλίμακα τέτοιες εξελίξεις θα ευοδωθούν, το σίγουρο είναι ότι πάμε σε έναν κόσμο πιο αντιφατικό, πιο συγκρουσιακό και πιο ανοιχτός σε εξελίξεις. Με αυτήν την έννοια είναι λάθος να πιστεύουμε είτε ότι ο κόσμος πάει σε μια αφελή κοσμοπολιτική συνεργασία (αυτό διαψεύστηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990) είτε ότι απλώς και μόνο έχουμε μια αμερικανική παντοδυναμία. Άλλωστε, θα ήταν λάθος να ξεχάσουμε ότι στην ιστορία του καπιταλισμού, οι πολεμικοί ανταγωνισμοί ήταν ο κανόνας και οι περίοδοι «υπεριμπεριαλιστικής» ειρήνης, η εξαίρεση. Άλλωστε, η μακροβιότερη περίοδος σχετικής ειρήνης κατά βάση στηρίχτηκε στην «ισορροπία του τρόμου» και την ύπαρξη ενός ολόκληρου μπλοκ κρατών ανταγωνιστικών απέναντι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι εάν ο κύκλος που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ως αμερικανική, αλαζονική σχεδόν προσπάθεια, για αποτύπωση μιας σαφούς κυριαρχίας μέσα από την βίαιη αλλαγή συσχετισμών κύρια στη Μέση Ανατολή (η ακολουθία που από το Αφγανιστάν, θα πήγαινε στο Ιράκ και μετά στο Ιράν) και την παράλληλη κατάδειξη και προς την Κίνα και προς τη Ρωσία ως προς το ποιος παραμένει ο ηγεμόνας, στην πραγματικότητα ήδη έχει τροποποιηθεί από το τεράστιο κόστος της ιρακινής εμπλοκής, τη συνεχιζόμενη αποσταθεροποίηση στο Αφγανιστάν αλλά και την αναγκαστική προσπάθεια αναζήτησης συμμαχιών με το Ιράν. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την προσπάθεια των ΗΠΑ να δοκιμάσουν να τροποποιήσουν πλευρές του συσχετισμού υπέρ τους. Σε αυτό το επίπεδο είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα έχουμε μια επίθεση σε δύο μέτωπα. Από τη μια έχουμε την επίθεση στη Λατινική Αμερική. Είναι σαφές ότι η παρουσία ενός παραδείγματος όπως της Βενεζουέλας, αλλά και της Βολιβίας, μαζί με την επιβίωση της Κούβας ή τις εξελίξεις σε άλλες χώρες, διαμόρφωνε ένα εναλλακτικό παράδειγμα σε ένα χώρο που για τους Αμερικανούς δεν έπαυσε να είναι η πίσω αυλή τους. Η ανατροπή αυτών των παραδειγμάτων, ή η αναίρεση των πιο ριζοσπαστικών πλευρών τους, είτε με την έννοια των κοινωνικών πολιτικών, είτε με την έννοια της διαχείρισης των φυσικών πόρων, παραμένει προτεραιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαία η όλη συστηματική και εμφανώς με αμερικανική στήριξη και σχεδιασμό συνέχιση των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στην Βενεζουέλα στην πραγματικότητα, ένα καλοσχεδιασμένο πραξικόπημα που είναι ακόμη σε εξέλιξη. Αντίστοιχα, η απόπειρα σαφούς απόσπασης της Ουκρανίας από τη Ρωσική επιρροή, ζήτημα που έπαιρνε και μια συγκεκριμένη υλική μορφή σε σχέση με τον προσανατολισμό της Ουκρανίας, προς στενότερη σχέση με τη Ρωσία ή προς διαπλοκή με τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αλλά μπορούμε να δούμε εξελίξεις και πιο κοντά σε εμάς. Για παράδειγμα οι εξελίξεις στη γειτονική Τουρκία, όπου έχουμε ταυτόχρονα μια όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων, στην πραγματικότητα έναν ιδιότυπο ξεσηκωμό μιας συμμαχίας ανάμεσα σε μεσαία στρώματα, τη νεολαία και εργατικά κομμάτια των μεγάλων πόλεων, μια όξυνση των αντιθέσεων όχι μόνο ανάμεσα στους εκπροσώπους του κεμαλικού κράτους και του πολιτικού Ισλάμ αλλά και στο εσωτερικό του πολιτικού Ισλάμ, δεν μπορούν να εξηγηθούν και χωρίς τη διαπλοκή με τον ξένο παράγοντα και κυρίως τις ΗΠΑ που εξακολουθούν να επιθυμούν πολιτικές λύσεις και κατευθύνσεις που θα ήταν με περισσότερο σαφή τρόπο σύμμαχες προς την κατεύθυνσή τους. 
Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν μπορεί η Αριστερά να αδιαφορεί γι’ αυτά τα ζητήματα, να επιλέγει πρακτικές ίσων αποστάσεων, «ήπιων τόνων». Η Αριστερά δεν έχει το δικαίωμα να επιλέγει μια πολιτική ίσων αποστάσεων, γιατί στην πραγματικότητα δεν μπορούν να υπάρχουν ίσες αποστάσεις σε μια σύγκρουση. Πρέπει πάντα να μπορεί κανείς να διακρίνει ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος, ποιος έχει σχέδια αποσταθεροποίησης και ποιος όχι, ποιος επιδιώκει μια ανατροπή συσχετισμού και ποιος όχι. Το να παίρνεις θέση σε μια σύγκρουση δεν σημαίνει ότι «ταυτίζεσαι» με τον έναν πόλο. Σημαίνει όμως ότι έχει μια κατανόηση ότι σε αφορά τι αποτέλεσμα θα έχει μια σύγκρουση. Διαφορετικά, η λογική των ίσων αποστάσεων, σε τέτοιες αντιθέσεις, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι δεν έχεις θέση, ότι ακόμη και εάν λες ότι γενικά είσαι με τους «λαούς» ή με τους «εργάτες» στην πραγματικότητα δεν σε πειράζει και εάν εμπεδωθεί μια συνθήκη ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας. Δεν υπάρχουν ποτέ ισοδύναμα αποτελέσματα σε κάθε σύγκρουση, ούτε αφηρημένες θέσεις.

Αν είναι λάθος η λογική των ίσων αποστάσεων, σοβαρό πρόβλημα έχουμε και όταν η Αριστερά φαντασιώνεται ότι μπορεί να παίξει με τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Ειδικά το τελευταίο έγινε ιδιαίτερα έντονο σε όλη την περσινή προσπάθεια της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει επαφές με το Δημοκρατικό Κόμμα μέσα από την εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ που είναι αντίθετες με την ευρωπαϊκή περιοριστική πολιτική θα ήταν υπέρ της άρσης της λιτότητας στην Ελλάδα προς όφελος μιας λύσης για το θέμα του χρέους που θα ήταν περισσότερο φιλολαϊκή, προσπάθεια που πέραν του είναι εντυπωσιακή αφελής, εκτός των άλλων έχει οδηγήσει και σε μια εντυπωσιακή απόσυρση των αντιαμερικανικών αναφορών, τη διαγραφή σχεδόν των στόχων για έμπρακτη ρήξη με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, την αποφυγή έντονης κριτικής στο Ισραήλ κ.λπ.

Όμως, υπάρχει και μια άλλη πιο συνολική διάσταση. Όλα αυτά θέτουν ένα θέμα: σήμερα μια σύγχρονη Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι και αντιιμπεριαλιστική. Αυτό δεν έχει απλώς το νόημα μιας γενικής θέση ή μιας ανάλυσης, αλλά και μιας συγκεκριμένης πολιτικής θέσης ότι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξει μια άλλη πορεία για τον τόπο παρά μόνο σε ρήξη με τον υπαρκτό ιμπεριαλισμό, σε μια κατεύθυνση αποδέσμευσης, ρήξης, ανεξαρτησίας. Έχει, όμως, και μια επιπλέον σημασία: η συμπύκνωση των εσωτερικών αντιθέσεων, η όξυνση της ταξικής πάλης, η αποσταθεροποίηση της κυρίαρχης ηγεμονίας, πάντα παίρνει και τη μορφή αντιθέσεων, διαφορετικών επιλογών ως προς το διεθνή προσανατολισμό. Το ξέρουμε και από την ιστορία του εργατικού κινήματος: οι μεγάλες ανατροπές πάντοτε αφορούν και τη στάση απέναντι στη διαλεκτική εθνικού και διεθνούς επιπέδου (με κορυφαίο παράδειγμα το πώς η Ρωσική Επανάσταση καθορίστηκε από την καταλυτική συγκυρία του πολέμου).
Να το πούμε και διαφορετικά: δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αφηρημένος αντικαπιταλισμός. Δεν εμφανίζεται ποτέ στην «καθαρότητά» της η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία. Αυτό που εμφανίζεται είναι πάντοτε συγκεκριμένα, επικαθορισμένα επίδικα: η επιβίωση, η δημοκρατία, η ανεξαρτησία, η ειρήνη, το ναι ή όχι στην ΕΕ, ό,τι σε κάθε συγκυρία, μέσα στην αναγκαστική της πρωτοτυπία, ορίζει το κρίσιμο ερώτημα.

Και αυτό έχει σημασία και για την ελληνική περίπτωση. Γιατί και στην δική μας περίπτωση το ερώτημα σε τελική ανάλυση είναι συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. Σήμερα για την ελληνική κοινωνία το δίλημμα δεν είναι απλώς μια επιλογή ανάμεσα σε μια αντιλαϊκή και μια φιλολαϊκή πολιτική. Το δίλημμα αφορά δύο διαφορετικούς ιστορικούς δρόμους που αφορούν το εσωτερικό και το εξωτερικό σε όλα τα επίπεδα: κοινωνικές σχέσεις, μορφή εξουσίας, κυρίαρχο «ιστορικό μπλοκ». Ο ένας δρόμος είναι όντως ο «ευρωπαϊκός δρόμος» που σήμερα πια είναι ταυτόχρονα και ο δρόμος του σύγχρονου ευρωατλαντισμού, των επεμβάσεων και των μεταμοντέρνων πραξικοπημάτων, ο δρόμος της υποτελούς συμμαχίας με τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές αστικές μερίδες και της διαρκούς έκθεσης στη συστημική βία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η άλλος δρόμος είναι αυτός της ρήξης με τον ευρωπαϊκό δρόμο, της διεκδίκησης εθνικής ανεξαρτησίας και ενός σύγχρονου σοσιαλιστικού δρόμου που στηρίζεται κυρίως στις ίδιες τις δημιουργικές δυνάμεις και την επινοητικότητα των ανθρώπων του μόχθου και του πνεύματος στον τόπο μας και στη συμμαχία και την αλληλεγγύη με τα κινήματα της περιοχής. Σε μια τέτοια κατεύθυνση η διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν έχει τη σημασία μόνο της αποδέσμευσης από ιμπεριαλιστικές δεσμεύσεις και εκβιασμούς. Έχει και τη σημασία ότι η Αριστερά δουλεύει για να συγκροτήσει ένα «ιστορικό μπλοκ» που θα ορίσει την κατεύθυνση μιας χώρας, προσπαθεί να ορίσει ποια κοινωνικά στρώματα γίνονται όντως ηγετικά και ορίζουν και κατοχυρώνουν τη δική τους αφήγηση. Αυτό δεν έχει σχέση με τον εθνικισμό, αλλά με την ανασύνθεση του λαού ως συλλογικού υποκειμένου για το μετασχηματισμό – γι’ αυτό και πρέπει να πούμε ότι σε αυτό το λαό είναι καλοδεχούμενοι οι μετανάστες, αλλά όχι οι εκπρόσωποι του πλούτου. 
Είναι επίσης σαφές ότι το εθνικό επίπεδο παραμένει εκείνο στο οποίο μπορούμε όντως να συνεχίσουμε να δίνουμε μάχες και να τις κερδίζουμε, να συγκροτούμε συμμαχίες, να μπορούμε να ανατρέπουμε συσχετισμούς. Η ανισότητα στο ξεδίπλωμα των ταξικών αγώνων και στο επίπεδο ανάπτυξης της πολιτικοποίησης τους σημαίνει ότι δεν μπορείς να έχεις ταυτόχρονους αγώνες, την ίδια ώρα που στην πραγματικότητα δεν μπορείς να συγκροτήσεις μια δυνητική «υπερεθνική αντικαπιταλιστική λαϊκή συμμαχία». Είναι πιο εύκολα στο επίπεδο της ΕΕ με 28 κράτη, διαφορετικές παραδόσεις, άνιση ανάπτυξη των ταξικών αγώνων, άνιση παρουσία και ιστορικότητα της Αριστεράς, από ό,τι σε κοινωνίες που παίρνουν ολοένα και περισσότερο τα γνωρίσματα ενός «αδύναμου κρίκου»;

Στην πιθανή αντίρρηση ότι δεν είναι εφικτή η «επιβίωση» μιας μόνο χώρας, θα πρέπει να πούμε ότι τουλάχιστον για την ελληνική περίπτωση δεν είναι εφικτή ούτε η επιβίωσή της μέσα π.χ. στο τωρινό πλέγμα ιμπεριαλιστικών δεσμεύσεών της, από την ΕΕ μέχρι και το ΝΑΤΟ. Απόλυτη αυτάρκεια δεν είναι εφικτή, αλλά δεν μπορεί να είναι το όραμά μας η ουτοπία μιας σοσιαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Ή για να το πούμε διαφορετικά, δεν μπορεί π.χ. να θεωρούμε αυτονόητο ότι ακόμη και μια σοσιαλιστική Ελλάδα θα εξαρτάται κατεξοχήν από εισαγωγές ή ότι η αντίληψή μας για την παραγωγή είναι ότι ένα προϊόν που καταναλώνουμε πρέπει να έχει κάνει δυο φορές το γύρο του κόσμου, ή να θεωρούμε οικονομισμό ή παρωχημένο παραγωγισμό έννοιες όπως αυτάρκεια, τοπικότητα, να στηριζόμαστε στις δικές μας; δυνάμεις κ.λπ.

Στην επίσης πιθανή αντίρρηση ότι όλα αυτά μπορεί να σημαίνουν εκβιασμούς άλλου τύπου, γεωπολιτικούς ή στρατιωτικούς, «θερμά επεισόδια» ή άλλες μορφές «πίεσης», η απάντηση είναι ότι θα ήταν τουλάχιστον αφελές να μην περιμένει κανείς μια ορισμένη αντεπίθεση από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού εάν ετοιμάζεται για ρήξεις, εκτός και εάν δεν πρόκειται να κάνει ρήξεις. Μόνο που αυτό σημαίνει ότι π.χ. μια ορισμένη έννοια της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας, στη βάση της δύναμης μιας κοινωνίας και των κινημάτων της και όχι προφανώς μια εμπιστοσύνη π.χ. στο διεθνές δίκαιο ή την απλή ορθότητα των επιχειρημάτων. Η καλύτερη άμυνα μιας κοινωνίας είναι ακριβώς η εμπιστοσύνη που έχει μια λαϊκή συμμαχία στις δυνάμεις της και ο βαθμός που αισθάνεται ότι αμύνεται του δικαιώματός της να μπορεί να ορίσει το παρόν και το μέλλον της.

Δυστυχώς, όμως, μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς όλα αυτά τα υποτιμά. Και το πρόβλημα δεν είναι υποτιμά απλώς τα ζητήματα αντιιμπεριαλιστικής παρέμβασης και εθνικής ανεξαρτησίας. Το ζήτημα είναι ταυτόχρονα υποτιμά όλα τα κρίσιμα ζητήματα. Είναι το κομμάτι, που από διαφορετικές αφετηρίες (ενίοτε και «αντικαπιταλιστικές»), αρνείται την κεντρικότητα των στόχων ρήξης με το ευρώ και την ΕΕ, που αντιπροτείνει το γενικόλογο εργατισμό ή αντικαπιταλισμό (ή αντίστοιχα τον «οικονομικό ρεαλισμό», σε ορισμένες περιπτώσεις και τα δύο) αντί για μια συγκεκριμένη ταξική στρατηγική για την παραγωγική ανασυγκρότηση και μια πρωτότυπη σοσιαλιστική στρατηγική που να είναι όχι εγκεφαλική κατασκευή αλλά να στηρίζεται στην εμπειρία και την επινοητικότητα του κόσμου του αγώνα. Είναι η Αριστερά που φοβάται να αναμετρηθεί με τη συλλογική επεξεργασία μιας σύγχρονης λαϊκότητας, μιας κοινής ταυτότητας των ανθρώπων του μόχθου (ανεξαρτήτως καταγωγής) στο όνομα ενός γενικόλογου πολυπολιτισμικού κοσμοπολιτισμού που χαρίζει πλήρως όλες τις πατριωτικές ή «εθνικές» σημασιοδοτήσεις στην Ακροδεξιά και το ρατσιστικό και πατριδοκάπηλο δηλητήριό της. Είναι η Αριστερά που είτε στην εκδοχή του κυβερνητισμού εντός της τρέχουσας «νομιμότητας» ή της θρησκευτικής επίκλησης της «εργατικής εξουσίας», αδυνατεί να επεξεργαστεί μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, που να μπορεί να συναρθρώσει τη διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας με την οικοδόμηση μορφών λαϊκής εξουσίας από τα κάτω και τον επαναστατικό θεσμικό μετασχηματισμό.
Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο και η αναμέτρηση με τις απαιτήσεις ενός σύγχρονου μαχόμενου αντιιμπεριαλισμού απαιτεί σε τελική ανάλυση και μια Αριστερά που να μπορεί να αναμετρηθεί με τέτοιες προκλήσεις. Χρειαζόμαστε μια «αλλαγή παραδείγματος» μέσα στη ριζοσπαστική Αριστερά. Μια ριζική αλλαγή συσχετισμών, αντιλήψεων, νοοτροπιών. Αποφεύγοντας τις ρήξεις χωρίς προσανατολισμό αλλά και τον εγκλωβισμό στη στασιμότητα της πεπατημένης. Για να οικοδομήσουμε έναν άλλο πραγματικό συσχετισμό, πλατφόρμες, επεξεργασίες και πρακτικές που να φέρνουν κοντά όλες τις αναζητήσεις, τις ευαισθησίες και τις αγωνίες για την Αριστερά της ρήξης με τον ιμπεριαλισμό και τον «ευρωπαϊκό δρόμο», την Αριστερά της ηγεμονίας, του νέου «ιστορικού μπλοκ», της σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής, την Αριστερά της εθνικής ανεξαρτησίας και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
03/04/2020 - 09:28

Η δράση κινημάτων όπως το ACT UP θα μπορούσε να περιγραφεί ως κατεξοχήν παράδειγμα βιοπολιτικής από τα κάτω.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
19/02/2020 - 12:00

Μαχητικός και ακούραστος αγωνιστής της αριστεράς, αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
19/02/2020 - 11:56

Ασυμβίβαστος, ακούραστος και αφοσιωμένος εργάτης των ιδεών του σε μια εποχή δύσκολη για την επαναστατική σκέψη και δράση.

ΔΙΕΘΝΗ|
08/01/2020 - 22:07

Να καταδικάσουμε τις εγκληματικές ενέργειες των ΗΠΑ και να απαιτήσουμε την αποχώρηση των δυνάμεών τους από τη Μέση Ανατολή.