ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


O εκσυγχρονιστικός επιστημονισμός είναι αποτέλεσμα δομικό η παρέκβαση της σοσιαλδημοκρατίας;
ΘΕΩΡΙΑ |
Παρ, 06/03/2015 - 12:12

O εκσυγχρονιστικός επιστημονισμός είναι αποτέλεσμα δομικό η παρέκβαση της σοσιαλδημοκρατίας;


«Ακόμα και να μου πουν πως είναι ιστορική νομοτέλεια τα Γκούλαγκ εγώ θα συνεχίσω να είμαι κατά των Γκούλαγκ». Είναι σύνηθες να καταβάλλεται η προσπάθεια να δοθούν ορισμοί για έννοιες ανεξάρτητα από το ιστορικό περιβάλλον.

Συχνά οι προσπάθειες αυτές παρεκτρέπονται σε ατέρμονες εννοιολογικές συζητήσεις όπου οι συγγραφείς συναγωνίζονται στο ποιος θα δώσει τον σαφέστερο ή πληρέστερο ορισμό, και καταλήγουν να διαψεύδουν ή να διορθώνουν ή να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, εκπέμποντας άλλοτε μια ελιτίστικη, σχολαστική διάθεση για ακριβολογία, και άλλοτε τη διάθεση να εμπλακούν σε μια μάχη χαρακωμάτων για λόγους εμπάθειας και προσωπικής προβολής. Και αυτό συμβαίνει και με μια έννοια αρκετά κατανοητή, που διαθέτει έναν καθαρό και ευδιάκριτο πυρήνα. Και έτσι προκαλείται μια κοπιώδης για τους γράφοντες και κουραστική για τον αναγνώστη αναζήτηση του τέλειου και περιεκτικού ορισμού μιας έννοιας, η οποία σκοντάφτει, όταν προσπαθεί να περιχαρακώσει αυστηρά τα ρευστά και μεταβαλλόμενα άκρα όρια της τελευταίας. 

Έτσι, όταν καλούμαστε να ορίσουμε μια έννοια, όπως η σοσιαλδημοκρατία, επειδή χρησιμοποιείται με ένα σημαντικό βαθμό ρευστότητας, θα ήταν προτιμότερο να αναζητήσουμε τα χαρακτηριστικά εκείνα που συνιστούν ένα κοινό παρονομαστή των διάφορων πραγματικών εκφάνσεων της. Βέβαια ανάμεσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα παρατηρούμε διαφορετικές προσεγγίσεις, ρητορικές αλλά και πολιτικές. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας αποκλείσει από μια γενίκευση, από την κατασκευή ενός ιδεοτύπου, πάνω στα κοινά χαρακτηριστικά τους που ασφαλώς υπάρχουν. 

Ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος είναι η επιδίωξη της κοινωνικής αλλαγής μέσω της πολιτικής αντιπροσώπευσης: transformative politics, δηλαδή ‘social transformation through political agency’. Είναι πάντα μια μεταρρυθμιστική δύναμη, με μια αναλυτική βάση και μια διαμορφούμενη κανονιστική πρόταση: ασκούσε προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά κριτική στον καπιταλισμό, και με ένα συλλογικό ήθος και με αισιοδοξία για τις δυνατότητες της ανθρώπινης κοινωνίας πιστεύει στην πολιτική δράση ως όχημα για μια εμπνευσμένη κοινωνική αλλαγή. 

Οι επιμέρους προβαλλόμενες αξίες της σοσιαλδημοκρατίας εξελίσσονται και μεταβάλλονται: από το τέλος της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, σε έναν «ανθρώπινο» έλεγχο της οικονομίας, από την πλήρη αξιοποίηση των πόρων χωρίς σπατάλη, στην επιδίωξη της αρμονίας μεταξύ της ανθρωπότητας και του φυσικού περιβάλλοντος, η φρασεολογία της σοσιαλδημοκρατίας αλλάζει για να αντικατοπτρίσει μετατοπίσεις σε κοινωνικές στοχεύσεις που προσπαθεί η ίδια να συλλάβει, να διαμορφώσει και βέβαια να αντιπροσωπεύσει.

 

Μεταπολεμική Σοσιαλδημοκρατία

Ακολουθώντας τους ορισμούς που παρουσιάζονται στο κείμενο των Bonoli και Powell, μπορούμε να προχωρήσουμε στην περιγραφή της έννοιας της «μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας» με μια διάκριση ανάμεσα αφ’ ενός στις δεδηλωμένες αξίες και στους στόχους της και αφ’ ετέρου στους μηχανισμούς επίτευξής των και στα αποτελέσματά τους.

Κεντρική αξία της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας παρέμενε πάντα η κοινωνική δικαιοσύνη όπως αυτή την εννοούσε, παρά τις μετακινήσεις σε πολιτικούς στόχους και σε εργαλεία. Η κοινωνική δικαιοσύνη νοείται ως ενίσχυση των εισοδημάτων για τη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων και εξάλειψη της φτώχειας, με ένα κοινωνικό κράτος, που θέτει σε ισχύ μια σειρά πολιτικές για κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια στην οποία περιλαμβάνονται συντάξεις, περίθαλψη υγείας, ανοικτή πρόσβαση σε ένα σύγχρονο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς και μια σειρά από επιδόματα που στηρίζουν τους οικονομικά μειονεκτούντες πολίτες. Στόχος αποτελεί μια κατάσταση όσο το δυνατόν πιο κοντά στην λεγόμενη πλήρη απασχόληση παράλληλα με την αναβάθμιση των συνθηκών εργασίας που –σε ορισμένες χώρες- μεταφράστηκε και ως συμμετοχή των εργαζομένων στην διαχείριση της επιχείρησης. 
Το εργαλείο επίτευξης των στόχων αυτών ήταν και είναι ο παρεμβατικός ρόλος του κράτους (με την έννοια της κυβέρνησης και του δημοσίου τομέα). Το κράτος παρεμβαίνει ασκώντας κοινωνική πολιτική είτε αναδιανέμοντας άμεσα ή έμμεσα εισόδημα είτε ρυθμίζοντας τις αγορές με στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη. Αναδιανέμει μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής, με την προοδευτική φορολογία εισοδημάτων, με όριο για αφορολόγητα επίπεδα εισοδημάτων, με επιδόματα και εισοδηματικές ενισχύσεις σε ευπαθείς ομάδες, με την παροχή δημοσίων αγαθών αλλά και με την αμφισβητούμενη και από οικονομική και από κοινωνικής σκοπιά κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα σε τομείς- κλειδιά για την οικονομία.

Αλλά το κράτος παρεμβαίνει και με τη νομοθετική ρύθμιση. Η εργατική νομοθεσία επιβάλλει περιορισμούς στις απολύσεις εργαζομένων και εξασφαλίζει περισσότερη εργασιακή ασφάλεια. Καθιερώνει όρους υγιεινής και ασφάλειας στο χώρο της εργασίας. Η νομοθεσία επιβάλλει υποχρεωτικές εργοδοτικές εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων. Σε πολλές χώρες προέβλεπε και προβλέπει συμμετοχή των εργαζομένων σε διοικητικές υποθέσεις της επιχείρησης και κορπορατιστικά μοντέλα σχέσεων εργοδοτών και εργαζομένων. Αυτό δεν ήταν μια ηθική στάση των σοσιαλδημοκρατών αλλά τα αντικειμενικά όρια της σοσιαλδημοκρατίας ανάμεσα σε δύο οικονομικά συστήματα (Ε.Σ.Σ.Δ- Η.Π.Α).

Αναδιανομή και νομοθετική παρέμβαση στην ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα των αγορών ήταν και είναι δύο επιλεγμένα από τη σοσιαλδημοκρατία μέσα. Ο κρατικός παρεμβατισμός αναπτύχθηκε έντονα κατά την μεταπολεμική περίοδο. Αλλά τρόποι κρατικής παρέμβασης υποβλήθηκαν σε έντονη κριτική λόγω των υπό συζήτηση αρνητικών επιπτώσεων τους κυρίως στην οικονομική ανάπτυξη αλλά και στην πραγματική κοινωνική συνοχή, λόγω του μη συνταιριασμού τους με τη νέα οικονομική πραγματικότητα. Είναι οι μέθοδοι, και η ένταση της κρατικής παρέμβασης που αμφισβητήθηκαν και έγιναν αντικείμενο κριτικής όταν υποχώρησε η περίοδος της συνεχούς οικονομικής μεγέθυνσης. Και ήταν ο τρόπος της κρατικής παρέμβασης που διαφοροποιήθηκε σταδιακά από τη δεκαετία του 70 ώστε σήμερα να διακρίνουμε δύο περιόδους: την περίοδο του «σοσιαλδημοκρατικού consensus” , και την σημερινή περίοδο του «νεοφιλελεύθερου μη consensus» που το διαδέχεται.

Το μεταπολεμικό, ευρωπαϊκό, σοσιαλδημοκρατικό consensus (=συμφωνία, συναίνεση) είχε 2 βασικά χαρακτηριστικά: Πρώτον, η ζήτηση και η προσφορά αποτελούν ένα κλειστό κύκλωμα μόνο σε κλειστές οικονομίες. Σε ανοικτές οικονομίες η ζήτηση για τα προϊόντα μπορεί να προέρχεται από το εξωτερικό. Τα προϊόντα που παράγονται σε μια χώρα, π.χ. στη Σουηδία, αγοράζονται από καταναλωτές στη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ιταλία κ.ο.κ. Επομένως πολλά προϊόντα είναι εξαγώγιμα και δεν εξαρτώνται από την εσωτερική ζήτηση.

Δεύτερο ζήτημα είναι η εμφάνιση του κοινωνικού κράτους στη Δυτική Ευρώπη. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης οικοδόμησαν πολύ αναπτυγμένα και δαπανηρά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και θέσπισαν ρυθμίσεις προστατευτικές της εργασίας. Θέσπισαν επίσης συστήματα προοδευτικής φορολογίας και άλλους μηχανισμούς αναδιανομής μέσω κοινωνικών παροχών του κράτους, όπως δωρεάν παιδεία, δωρεάν η φτηνή υγειονομική κάλυψη (μέσω ασφαλιστικών ταμείων αλλά και για τους ανέργους), παιδικούς σταθμούς, οικονομική βοήθεια στις μητέρες, στεγαστικά προγράμματα κ.οκ. Το περίφημο «κοινωνικό κράτος» διαφοροποίησε τις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες από την αμερικανική την περίοδο που και και οι δυο ομάδες αναπτύσσονταν με μεγάλο ρυθμό. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί oι χώρες της Δυτικής Ευρώπης προχώρησαν στην οικοδόμηση ενός αναπτυγμένου κοινωνικού κράτους και πώς ήταν σε θέση να το στηρίζουν οικονομικά δεδομένου του ότι απαιτούσε μεγάλες δημόσιες δαπάνες που προέρχονται κυρίως από τη φορολογία.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα προχωράμε αναπόφευκτα σε μια ανάλυση κοινωνική και οικονομική. Πρώτον διαπιστώνουμε την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών στη Δυτική Ευρώπη με στόχο την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Οι κοινωνικές πολιτικές αναδιανέμουν εισόδημα και μειώνουν τις εισοδηματικές ανισότητες. Οι κοινωνικοί στόχοι τους οποίους υπηρετούν υπήρξαν πάγια αιτήματα της αριστεράς, την προτίμησή της στην κοινωνική δικαιοσύνη και την έμφασή της στην ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στα μέλη της, σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή προτίμηση της δεξιάς στην ελευθερία στην οικονομική δραστηριότητα και την έμφασή της στην ευθύνη του ατόμου για την πορεία του. Το αξιοσημείωτο όμως είναι πως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης μεταπολεμικά οι κοινωνικές πολιτικές θεσπίστηκαν και εφαρμόστηκαν και από κεντροδεξιές κυβερνήσεις.

Την ίδια περίοδο, τόσο οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις όσο και οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις αύξησαν την παρεμβατικότητα του κράτους στην οικονομία τόσο μέσω της ρύθμισης της οικονομικής δραστηριότητας όσο και με τη συμμετοχή του κράτους στην προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών. Στη μεταπολεμική περίοδο οι εθνικές οικονομίες των κρατών της Δυτικής Ευρώπης μετατράπηκαν σε μικτές οικονομίες, σε οικονομίες της αγοράς όπου ο παρεμβατικός και ρυθμιστικός ρόλο του κράτους στην οικονομία ήταν έντονος και πολλοί κλάδοι ελέγχονταν άμεσα από το κράτος.

Ονομάζουμε την εφαρμογή οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών με κοινά χαρακτηριστικά στις χώρες της μεταπολεμικής Δυτικής Ευρώπης «μεταπολεμικό consensus», και προλέγουμε στην ανάλυσή ότι αυτή πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση ενός οικονομικού ρεύματος, του κεϊνσιανισμού και υπό την ιδεολογική κυριαρχία των αξιών που προωθούσε με συνέπεια και επιμονή ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα, η σοσιαλδημοκρατία. Έτσι, το μεταπολεμικό consensus μπορεί να ονομαστεί και σοσιαλδημοκρατικό, καθώς οι πολιτικές που το χαρακτήριζαν, υπηρετούσαν τους δεδηλωμένους από παλιά στόχους των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.

Είναι επομένως κεντρική η αναφορά τόσο στη γέννηση και στην εξέλιξη του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος σε πολιτικό επίπεδο όσο και στην οικονομική σκέψη που επέτρεψε ή και υπέδειξε τους μηχανισμούς υλοποίησης των σοσιαλδημοκρατικών στοχεύσεων, ακόμα και από μη σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η διττή οικονομική και κοινωνική ανάλυση αντανακλά την στενή αλληλεξάρτηση της πολιτικής και της οικονομίας.

Με τη σύνθετη οικονομική εισάγονται δυο καινοτομίες, μια μεθοδολογική προσέγγιση που την αναλύω παραπάνω, και μια αναλυτική παραλλαγή για την μεταπολεμική οικονομική και κοινωνική πρόοδο, που την ερμηνεύει ως ένα σπιράλ ανάπτυξης, έναν ενάρετο κύκλο μαζικής παραγωγής και μαζικής κατανάλωσης. Η τεχνολογική ανάπτυξη έφερε αύξηση της παραγωγικότητας και μαζική παραγωγή, αλλά και άνοδο των εισοδημάτων και μαζική κατανάλωση. Οι δύο αυτοί πόλοι του κύκλου, μαζική παραγωγή και μαζική κατανάλωση, με καταλύτη την παρέμβαση του κράτους, τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή σε όλη την περίοδο του consensus. Αλλαγές όμως στο οικονομικό περιβάλλον επέφεραν ανατροπή της λειτουργίας του ενάρετου κύκλου, προκάλεσαν πιέσεις σε αυτό το consensus πολιτικής, και οδήγησαν τελικά στην πολιτική του παρακμή και την σταδιακή αντικατάστασή του από πολιτικές που εμπνέονται από την νεοφιλελεύθερη οικονομική σκέψη και τον μονεταρισμό.

Εισάγεται και ένας νέος αναλυτικός κύκλος με δύο πόλους, την κοινωνική ζήτησης και της κοινωνική προσφορά της οικονομίας στη ζήτηση αυτή. Η κοινωνική ζήτηση αφορά συγκεκριμένα κοινωνικά αιτήματα για κοινωνικές και οικονομικές παροχές, με τη μορφή ρυθμίσεων, θεσμικών αλλαγών και οικονομικών μέτρων που μια μερίδα της κοινωνίας απαιτεί προς όφελός της. Η κοινωνική ζήτηση ενδέχεται να είναι πλειοψηφική ή αίτημα μειοψηφιών, συχνά ισχυρών. Η κοινωνική προσφορά της οικονομίας είναι η συστημική δυνατότητα της να ανταποκρίνεται στη κοινωνική ζήτηση. Η δυνατότητα αυτή είναι συνάρτηση τόσο πολιτικών προτιμήσεων που στις αστικές δημοκρατίες καθορίζονται συνήθως πλειοψηφικά ή λόγω συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και της πραγματικής δυνατότητας της οικονομίας να ανταποκριθεί σε κάθε κοινωνικό αίτημα.

Η δυνατότητα της οικονομίας να ικανοποιεί το κοινωνικά αίτημα είναι επομένως το κεντρικό ζητούμενο όταν υπάρχει μια ισχυρή, πλειοψηφική συνήθως κοινωνική ζήτηση για το αίτημα αυτό. Το μεταπολεμικό consensus θα επικεντρωθεί τόσο στην ανάπτυξη της κοινωνικής ζήτησης για κοινωνική πρόνοια και εισοδηματική αναδιανομή, όσο και την κοινωνική προσφορά της οικονομίας. Θα τονίσει επίσης ότι τα η κοινωνική ζήτηση δεν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από την προσφορά της οικονομίας, δηλαδή δεν αποτελεί την εξαρτημένη μεταβλητή, αλλά τα δυο αυτά μεγέθη αποτελούν έναν ακόμα κύκλο όπου ζήτηση και προσφορά αλληλοεπιδρούν και αλληλοκαθορίζονται. Αυτή η υπόθεση είναι και το πιο ενδιαφέρον και ενδεχομένως και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο. 

 

Μετά την πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ τι?

Όλα αυτά πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο της ύπαρξης του διπολικού κόσμου είτε στη φιλελεύθερη είτε στην σοσιαλιστική εκδοχή του. Η πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ σήμαινε ταυτόχρονα και την πτώση του φαντασιακού της κοινωνικής δικαιοσύνης . Νέες αγορές δημιουργήθηκαν, ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις απελευθερώθηκαν, και η μανία του νεοφιλελευθερισμού επέλαυνε (διάλυση Γιουγκοσλαβίας, ξερίζωμα κοινωνικών δικαιωμάτων). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μεταλλαχθεί η σοσιαλδημοκρατία (Σρέντερ, Ζοσπέν, Σημίτης) σε ένα εκσυγχρονιστικό, αντιιδεολογικό (sic) μπλόκ εξουσίας. Η συναίνεση δεν ήταν πια αναγκαία και αντικαταστάθηκε από την επιβολή της, στρατιωτικοποιώντας το εσωτερικό των κοινωνιών μετατρέποντας τον «εχθρό» σε εσωτερικό εχθρό.

Ο εκσυγχρονισμός σαν ρεύμα σκέψης εδραιώθηκε στην Ελλάδα το 1996 και εκφράστηκε μέσα από την εκλογή Σημίτη για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ και την πρωθυπουργία της χώρας . Είχε δημιουργηθεί, βέβαια, νωρίτερα και παρασιτικά εντός του ΠΑΣΟΚ, όπως είχε γίνει ακριβώς με την ασφυκτιούσαν γραφειοκρατική τάξη στις γραμμές του ΚΚΣΕ επι Γκορμπατσόφ. Ας θυμηθούμε τη ρήση του Γιάννου στο συνέδριο για την εκλογή Σημίτη «Σύντροφοι όλοι για το σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε». Το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, μην καταφέρνοντας να περάσει το λαϊκίστικο πρόγραμμά του βασιζόμενο στην υπάρχουσα αστική τάξη, αναγκάστηκε να δημιουργήσει μία καινούργια. Τα χαρακτηριστικά της τάξης αυτής ήταν τα εξής: αριστερό παρελθόν (οικογενειακό ή μή), φιλοκοινωνικό προφίλ και φοβερή ικανότητα στον ελιγμό εντός ενός οικονομικού πλέγματος κρατικού καπιταλισμού.

Η ίδια η λέξη «εκσυγχρονισμός» είναι μια απολίτικη έννοια, της οποίας η ρίζα αποδεικνύει την προσπάθεια του κράτους να συγχρονιστεί με τη διεθνή ρότα των εξελίξεων. Το διαζύγιο λοιπόν απο την πολιτική ήταν σαφές. H εναρμόνιση δηλαδή με τη διεθνή πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητη από την οικονομική πραγματικότητα και από την ιδεολογική της ηγεμονία (νεοφιλελευθερισμός μετά το 1993 στην Ευρώπη). Από την πολιτική ανάλυση λοιπόν και κριτική της Συνθήκης του Μάαστριχτ από τις πολιτικές δυνάμεις που την υπερψήφισαν ή την καταψήφισαν, περάσαμε γρήγορα στην νομοτέλεια εφαρμογής κάθε επιταγής αυτής απο τους κλειδοκράτορες της οικονομίας και τους πολιτικούς εκφραστές τους. Υπενθυμίζουμε χαρακτηριστικά κάποια στοιχεία της πολιτικής γραμμής που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της οκταετίας Σημίτη: οικοδόμηση αστυνομικού κράτους, υπερχρέωση, δημιουργική λογιστική, Ολυμπιακοί αγώνες, απορρύθμιση κοινωνικών δικαιωμάτων, απευθείας αναθέσεις, Χρηματιστήριο Αθηνών.

Όλα αυτά, όπως και κάθε ενέργεια στην πολιτική πρέπει να ιδεολογικοποιείται με κάποιον τρόπο καθώς και αντίστοιχα να θεωρητικοποιείται. Εδώ συνέβη η πρώτη τομή στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Τα «επιχειρήματα» για την αιτιολόγηση της πολιτικής αυτής ήταν η νομοτέλεια του εγχειρήματος της συγκεκριμένης στρατηγικής κατεύθυνσης, μαζί με μια φουκογιαμική αντίληψη ότι οι ιδεολογίες πέθαναν και ο Θεός μας είναι η μαγική Ε.Ε., ανεξαρτήτως των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων που δημιουργούνταν εντός αυτής («όπου θα παίρνουμε λεφτά και θα καθόμαστε») και φυσικά ο μακιαβελισμός του οικονομικού ντετερμινισμού. Εξαφανίστηκε η βασική ιδεολογική μεταπολεμική προμετωπίδα της σοσιαλδημοκρατίας, η αντίληψη ότι οι πολιτικές καθορίζουν την οικονομία , στοιχείο που τους διαχώριζε από τους νεοφιλελεύθερους. Τα εν λόγω επιχειρήματα ήταν βέβαια ποτισμένα από έναν συμπλεγματικό και επαρχιώτικο τεχνοφιλελευθερισμό και ουδόλως πολιτικά, όπως αυτά που θα χρησιμοποιούσε ένας κλασικός, και ως εκ τούτου, τίμιος φιλελεύθερος.

Ως επιστέγασμα της συγκεκριμένης επιστημονιστικής ανάγνωσης της πολιτικής, ήρθε η θεωρία του δυτικού ορθολογισμού κατά την οποία οτιδήποτε λειτουργεί «ορθολογικά» (ανάπτυξη, ισορροπημένος πληθωρισμός) είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Γι αυτό, όταν οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση, ο εκσυγχρονιστικός χώρος ψέλλιζε αμήχανα την προπαγάνδα του, οτι φταίει οποιοσδήποτε άλλος εκτός από αυτόν. Βέβαια, η ορθολογικότερη επίλυση των οικονομικών αντιθέσεων με αποτελεσματικούς όρους για την αστική τάξη και τους συμμάχους της σε καθεστώς ύφεσης της ελεύθερης αγοράς και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτό ωστόσο φροντίζουν οι μορφωμένοι εκ των εκσυγχρονιστών να το αποκρύπτουν. Η θεωρητική αυτή βάση (οπαδικός και πρώιμος τεχνοφιλελευθερισμός) έφερε με τη σειρά της ένα αντίστοιχο εποικοδόμημα: τον αισθητικό επιστημονισμό, δηλαδή τη λατρεία του τεχνοκρατισμού και την εδραίωση εκφράσεων κενών πολιτικού περιεχομένου στο δημόσιο λόγο , όπως για παράδειγμα: «ο Στουρνάρας είναι σοβαρός άνθρωπος, ο Γκίκας είναι αυτοδημιούργητος, ο τάδε τελείωσε το Χάρβαρντ, ο δείνα έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε». Αυτή η κενολογία είναι ξεκάθαρα μια εισβολή της αισθητικής της αγοράς που νοηματοδότησε την πολιτική με όρους αστικούς και οικονομίστικους. Οι λεγόμενοι εκσυγχρονιστές, έξυπνοι και ευήθεις, άλλοτε τίμιοι κι άλλοτε όχι, θεωρούν πάντως πως η φρασεολογία και η στάση αυτή προσδίδει στην κρίση τους μια αντικειμενικότητα.

Για ποιον λόγο τότε δεν μνημονεύτηκαν ποτέ απο τους «αντικειμενικούς εκσυγχρονιστές» ο Θανάσης Παφίλης, για παράδειγμα, ο οποίος είναι αποδεδειγμένα πιο σοβαρός κι απο βράχο ή ο Μπάμπης Αγγουράκης -που πρόσφατα έφυγε- ο οποίος ήταν πιο εξειδικευμένος και εκπαιδευμένος στην επιστήμη του από κάθε άλλον, κάνοντας ακόμη και δεξιούς δημοσιογράφους να μιλούν για «κρίσεις του Μπάμπη Αγγουράκη καλύτερες και απο δημοσκοπική εταιρεία»; Η απάντηση είναι σαφής και αυτοακυρωτική για την ίδια τη δομή σκέψης των εκσυγχρονιστών. Η πολιτική θέση και στάση πάντα επιστρέφει υφέρπουσα ακόμα και σε αυτούς που προσπαθούν να ακυρώσουν την πολιτική και άρα τον πυρήνα της πάλης για πραγματική δημοκρατία. Σαν χίπστερ έκτρωμα αυτής της σχολής σκέψης παρουσιάστηκε και το μόρφωμα που ονομάζεται «Ποτάμι», χωρίς καμία πολιτική άποψη, καμία ιδεολογικο-πολιτική και στρατηγική θέση, πέραν από τις διαβεβαιώσεις πειθάρχησης στις επιταγές της εκάστοτε ηγεσίας της Ε.Κ.Τ. και τη λατρεία προς τους ντόπιους εκφραστές και εφαρμοστές αυτής της πολιτικής, τις οποίες και εξέφρασε κυρίως αισθητικά, γιατί πολιτικά αδυνατούσε.

Αυτή η αποιδεολογικοποίηση του νεοφιλευθερισμού που επιχείρησαν οι εκσυγχρονιστές ώστε να τον μετασχηματίσουν σε πιο εύπεπτο στις λαϊκές κεντροαριστερές μάζες που παραδοσιακά εξέφραζαν, είναι ο βασικός λόγος που παρά τις δημοκρατικίστικες κορώνες που εξαπολύουν, δεν έχουν κανένα συνειδησιακό ή και πολιτικό πρόβλημα να συμπράττουν κοινοβουλευτικά και κυβερνητικά με την ακροδεξιά. Η ακροδεξιά δεν συνιστά ούτε συγκροτεί ιδεολογία και ακριβώς εκεί βρίσκεται το σημείο επαφής με τον εκσυγχρονιστικό χώρο σε ιδεολογικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η από κοινού με την ακροδεξιά ψήφιση των μνημονίων και μετέπειτα, κατά την κυβέρνηση Σαμαρά, η αγαστή σύμπνοια Σημιτικών με σκληρούς κινηματικούς ακροδεξιούς. Αυτά αποδεικνύουν ότι η φράση που ανερυθρίαστα ακούστηκε πως «ο Χίτλερ απλώς έκανε τη βρόμικη δουλειά σαν επιθετική σοσιαλδημοκρατία» έχει μια βάση, acontrario τουλάχιστον, − οι εκσυγχρονιστές όμως, επειδή προέρχονται ,ως επί το πλείστον, από υψηλότερες κοινωνικές τάξεις, αηδιάζουν με τα αίματα και προτιμούν να μην τα βλέπουν.

Υ.Γ. Θα ήταν πιο τίμιο να πουν οτι λατρεύουν το μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο, μισούν αισθητικά τους φτωχούς, γιατί ιστορικά δρούσαν πάντοτε και μόνο μέσα στο πλαίσιο που έθετε το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Όταν αυτό είχε ανάγκη για κατανάλωση ήταν φιλολαϊκοί και όταν ήταν υπερσυσσωρευμένο μετατράπηκαν στους πιο κυνικούς εκ των φιλελευθέρων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
16/11/2019 - 12:22

Απαιτείται μια τομή που θα υπερβεί τόσο τον «αριστερό» συμβιβασμό όσο και τον αριστερίστικο σεχταρισμό.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.