ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΘΕΩΡΙΑ |
Πέμ, 05/12/2019 - 10:05

Κριτική της κριτικής: Οι όροι δημόσιας αντιπαράθεσης ως θεωρητικό επίδικο (με αφορμή το βιβλίο του Ι. Χανδρινού)


Η έκδοση του ογκώδους τόμου προφορικών μαρτυριών για την εξέγερση του Πολυτεχνείου με τίτλο Όλη νύχτα εδώ (Καστανιώτης, 2019), που συνέθεσε και επιμελήθηκε ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός, έλαβε δικαίως μεγάλη δημοσιότητα και αναπόφευκτα ξεσήκωσε αντιστοίχως μεγάλη συζήτηση. Μια συζήτηση η οποία, ως όφειλε, δεν περιορίστηκε στο περιεχόμενο των μαρτυριών που περιλαμβάνει το βιβλίο, αλλά επεκτάθηκε εξαρχής στη μεθοδολογία και τις επιλογές του επιμελητή του, κυρίως με αντικείμενο τις επιστημολογικές προϋποθέσεις και τους κανόνες της προφορικής ιστορίας. Στο σχόλιο που ακολουθεί δεν επιχειρώ να κάνω κάποια επισκόπηση της συζήτησης στο σύνολό της, ούτε να επεκταθώ στην κριτική εξέταση των ιστορικών ή επιστημολογικών επιδίκων της προφορικής ιστορίας, για τις οποίες άλλωστε είμαι επιστημονικά αναρμόδιος.1  

Επιχειρώ να σταθώ σε μια ιδιαίτερη μορφή κριτικής που αναπαράχθηκε στην όλη συζήτηση, και η οποία έλαβε την πιο ολοκληρωμένη και συνάμα οξεία μορφή της στη δημόσια τοποθέτηση του σημαντικού ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη,2  που με πλήθος απαξιωτικών εκφράσεων παρουσιάζει τον Χανδρινό αυτοδικαίως, εκ των ακαδημαϊκών του δραστηριοτήτων και των επαγγελματικών του απασχολήσεων και συνεργασιών, ως έναν από τους επιφανείς μετέχοντες του ιστορικού αναθεωρητισμού στη χώρα μας. Φέρνει έτσι στην επιφάνεια μια συζήτηση για τη θεωρία και την επιστημονική πρακτική, τη χρήση και τους όρους της κριτικής της, που αν μη τι άλλο αφορά όλους και όλες.

Ιστορικός δεν είμαι λοιπόν, αλλά φοβάμαι ότι ούτε η εν λόγω «κριτική» του Γιώργου Μαργαρίτη στον Ιάσονα Χανδρινό έχει οποιαδήποτε σχέση με την ιστορία και την επιστημονική της πρακτική. Αντιθέτως, κινητοποιεί λόγους, λογική και τρόπους που όσοι ασκούν επιστημονικές πρακτικές και αναφέρονται στον μαρξισμό και την εν γένει ριζοσπαστική θεωρία πρέπει να αφήσουν πίσω επειγόντως.

Πρόκειται για αυτή τη φοβερή «αποκαλυπτική» λογική που έχει γίνει δεύτερη φύση σημαντικού τμήματος της αριστεράς και των διανοουμένων της, η οποία μαρτυρά ταυτόχρονα χρόνιο ελιτισμό, μονοπωλιακή διεκδίκηση της «αλήθειας», επιδερμική αντίληψη για τη θεωρία και αντίστοιχα επιδερμική σύλληψη της ιδεολογικής βαθμίδας και ασφαλώς απροθυμία, αν όχι αδυναμία, αντιπαράθεσης στην ουσία των πραγμάτων χωρίς τη χρήση μιας εντυπωσιοθηρικής στρατηγικής λόγου.

Εξού και όλα αυτά σχεδόν πάντοτε παρουσιάζονται με μια μορφή εξίσου «αποκαλυπτικών» κατηγοριών, χαρακτηρισμών και συμπερασμάτων που αντλούν νομιμοποίηση από τον «ευγενή» σκοπό των φορέων τους ως κατόχων της «αλήθειας»: την (υποτιθέμενη) διάσωση της τελευταίας· την προσπάθεια, με το ελάχιστο κόστος εγκατάλειψης της «αστικής ευγένειας», να σώσουν αυτή την αλήθεια από τον ιδεολογικό μυστικισμό που την έχει καταπλακώσει και να τη διοχετεύσουν στην επιφάνεια της δημοσιότητας ώστε να λάμψει επιτέλους στα μάτια των μη ειδημόνων.

Έτσι, η μεθοδολογία είναι συνήθως κοινή: Πίσω από τις επιλογές του αποδέκτη της κριτικής πάντα κρύβεται κάποιο φοβερό μυστικό, κάποια δεύτερη φύση, κάποια σκοτεινή σκοπιμότητα, κάποια βαθιά δομή, κάποια ανομολόγητη σχέση, που εν είδει συνωμοσίας, ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο του επιστημονικού λόγου που αυτός ο αποδέκτης συγκροτεί, παράγει ως διά μαγείας αυτή την ιδεολογική μυστικοποίηση που παραπλανά τους αδαείς, όπως ασφαλώς θεωρούνται οι μη κάτοχοι της συγκεκριμένης επιστημονικής πειθαρχίας. Η «αποκάλυψη» αυτών των άρρητων, αλλά βεβαίως απολύτως εμφανών στο «ορθολογικό» μάτι, συνάψεων (τόσο εμφανών που να δικαιολογούν την αγανάκτησή του) είναι ο τρόπος για να διαλυθεί η ιδεολογική φούσκα που παράγει το περιεχόμενο της δουλειάς τού προς κρίση υποκειμένου. Με λίγα λόγια, αρκεί να «αποκαλύψουμε» τους μύχιους σκοπούς του, το διπρόσωπο ποιόν του, τα απόκρυφα μυστικά του, ώστε να πάψει ως διά μαγείας να έχει εγκυρότητα το επιστημονικό αποτέλεσμα που παράγει το έργο του υποκειμένου αυτού.

Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Αντιθέτως, συνιστά εξαιρετικά διαδεδομένη πρακτική που αναπαράγεται ευρέως και στους κόλπους της μαρξιστικής και ριζοσπαστικής θεωρίας. Αν, για παράδειγμα, αφήσουμε για λίγο τον Χανδρινό, μπορούμε να θυμηθούμε τις φαιδρότητες για τη γαλλική φιλοσοφία και τη βοήθεια διάδοσής της από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Οι φαιδρότητες αυτές, αντί άλλης θεωρητικής αντιπαράθεσης, αναπαράχθηκαν συστηματικά μεταξύ μαρξιστικών ρευμάτων ως τεκμήριο «αποκάλυψης» κάποιου βαθύτερου θεωρητικού χαρακτηριστικού της γαλλικής φιλοσοφίας, ως τεκμήριο της υποτιθέμενης εκλεκτικής συγγένειάς της με πλευρές των πρακτικών αυτών των μηχανισμών που την απέκλειε από τις ανατρεπτικές της αξιώσεις.

Και βεβαίως είχαμε πρόσφατα τη δυνατότητα να διαβάσουμε και να ακούσουμε τη φιλόδοξη απόπειρα του Μαντοζιό για μια οριστική και τελεσίδικη, δήθεν αποδομητική κριτική (επί) του Φουκώ, που όμως δεν χρησιμοποιούσε παρά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού παραπομπές στο έργο του πρώτου, αφού ως οδό αυτής της αποδόμησης επέλεγε την προσωπική ζωή του Φουκώ που υποτίθεται πως αποδείκνυε τον νεοφιλελευθερισμό του.3 

Όμως, ευτυχώς, τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι: Ακόμα κι αν ο Χανδρινός (για να επιστρέψουμε στο θέμα μας) τα έπαιρνε από γερμανικά ιδρύματα· ακόμα κι αν ήταν ένας ντροπαλός αναθεωρητής της ελληνικής ιστορίας· ακόμα κι αν το γερμανικό κράτος τού υποσχόταν πράγματι μια φοβερή καριέρα για να ξεπλένει το δικό του λερωμένο παρελθόν· ακόμα κι αν ήταν ο ίδιος ο σατανάς, το επιστημονικό έργο του Χανδρινού και τα ιδεολογικά αποτελέσματα που αυτό παράγει θα μπορούσαν να απαντηθούν μόνο στο πεδίο αυτού του έργου και αυτών των αποτελεσμάτων. Θα είχαν, με άλλα λόγια, και τα δύο (το επιστημονικό έργο και τα ιδεολογικά του αποτελέσματα) την αυτοτέλειά τους σε σχέση με τον επιστήμονα που τα παρήγαγε· θα υπερασπίζονταν τον εαυτό τους, όπως το ίδιο έχει κάνει και το σπουδαίο έργο του Μαργαρίτη για τον εμφύλιο και όχι μόνο, απέναντι στους απανταχού αναθεωρητές, και όπως θα κάνει οποιοδήποτε έργο της ανθρώπινης διάνοιας στο μέλλον: Θα υπόκειται στην επιστημονική αρτιότητα των δικών του πορισμάτων και επιστημονικής πρακτικής που το παρήγαγε, στις εσωτερικές θεωρητικές του εντάσεις, ασάφειες και απορίες, οι οποίες στον βαθμό που θα αναδεικνύονται τεκμηριωμένα μπορούν πάντα να συγκροτούν όρους πραγματικού επιστημονικού και, σε τελική ανάλυση, πολιτικού διαλόγου.

Με άλλα λόγια, τα επιστημονικά έργα και η επιστήμη εν γένει δεν είναι ευαγγέλιο ή βίβλος. Δεν έχουν ανάγκη από πιστούς, και η σημασία τους δεν έγκειται στο ότι συνιστούν κάποια αρραγή, συμπαγή συστήματα που είτε απηχούν την «αλήθεια» είτε είναι «ψευδή». Τα επιστημονικά έργα (όπως άλλωστε και οι πρακτικές που τα παράγουν) είναι πάντοτε ανοιχτά, πάντοτε αντιφατικά, πάντοτε ⎼δομικά⎼ ανολοκλήρωτα συστήματα ⎼διατάξεις, προβληματικές⎼ σκέψης. Και όσοι και όσες αναζητούν να θεμελιώσουν την πολιτική εγκυρότητα των απόψεών τους σε κάποια αδιάψευστη επιστημονική αλήθεια απλώς μεταχειρίζονται την ίδια στιγμή μιας παλιάς κοπής μεταφυσική και έναν αρκετά τετριμμένο θετικισμό.

Δεν γράφω όλα τα παραπάνω για να τα χρεώσω συλλήβδην στον Μαργαρίτη ⎼άλλωστε, το επιστημονικό έργο του Μαργαρίτη υπερασπίζεται εξαίσια τον εαυτό του, ανεξάρτητα από τις όποιες αστοχίες του δημιουργού του⎼, ούτε όμως και θέλω να χρεώσω προσωπικά τίποτα σε κανέναν. Αυτό που με ενδιαφέρει και με κινητοποιεί για να διατυπώσω αυτές τις σκέψεις είναι οι πρακτικές μέσα στις οποίες εγγραφόμαστε ως άνθρωποι μιας ορισμένης πολιτικής αναφοράς, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εκδοχές της.

Και αυτό που εκτιμώ ότι διακυβεύεται δεν είναι απλώς η κριτική αποτίμηση ενός συγκεκριμένου βιβλίου: Είναι η άποψή μας για τη δομή της επιστημονικής πρακτικής· είναι το τι θεωρούμε θεμιτό στόχο της θεωρητικής πρακτικής. Και φυσικά, οι όροι της κριτικής αυτής της πρακτικής συνιστούν εν πολλοίς και τις πιο πρόδηλες εκδοχές αναπαραγωγής του τρόπου που κατανοούμε τη θεωρία. Με ενδιαφέρει, με άλλα λόγια, ο τρόπος χρήσης της θεωρίας και οι όροι της θεωρητικής αντιπαράθεσης, γιατί αυτοί είναι που μας επιτρέπουν ή όχι να εξελίσσουμε την οπτική μας για τον κόσμο, την ιστορία του, τους θεσμούς οργάνωσης και αγώνα μας.

Και πιστεύω ότι την προοδευτική και αριστερή σκέψη την έχει αλώσει για τα καλά ένας τρόπος σκέψης που μόνο δικός της δεν ήταν ιστορικά: αφενός η λογική πως η θεωρία έχει νόημα μόνο όταν παράγει ευθέως χρήσιμα πορίσματα, άμεσα εφαρμόσιμες υποδείξεις ⎼ ότι από τη θεωρία δηλαδή ζητάμε να είναι στην ουσία της ένα εγχειρίδιο για τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα· αφετέρου ότι η επιστημονική πρακτική οφείλει να διατυμπανίζει την πλευρά που «επιλέγει», ότι υπάρχει ως χρήσιμη για εμάς πρακτική μόνο όταν θέτει την εγκυρότητά της φωναχτά, πρόδηλα, μέσω άμεσων ιδεολογικών κατευθύνσεων και συμπερασμάτων, «κομματικών» με την ευρεία έννοια, στην υπηρεσία του σκοπού μας, πράγμα που όταν συμβαίνει την καθιστά αυταπόδεικτα δική μας. 

Όμως δυστυχώς τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι. Λέω «δυστυχώς» γιατί θα ήταν πιο ξεκούραστο και ανακουφιστικό αν λειτουργούσαν όντως έτσι. Αν δηλαδή καθένας ήταν ό,τι ήθελε να πρεσβεύει, και τα επιστημονικά του πορίσματα είχαν την αξία που διεκδικούσε ότι έχουν· αν λειτουργούσαν αυτοδίκαια, εκ της πρόθεσής του, υπέρ της πλευράς που ο ίδιος θα ήθελε να λειτουργούν. Και δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα γιατί οι πρακτικές έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτή που τείνουμε να τους αποδίδουμε. Τόσο που ακόμη κι ένα σωστό περιεχόμενο ή μια σωστή θέση ουσιαστικά να ακυρώνεται από τον τρόπο που επιλέγει κανείς να την εξυπηρετήσει ή να την υπερασπιστεί.

Πολύ περισσότερο που επιστήμη και ιδεολογία δεν χωρίζονται μεταξύ τους με σινικά τείχη. Αντιθέτως: Η κατοχή σημαντικών επιστημονικών και θεωρητικών δεξιοτήτων δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι μας προφυλάσσει από το να γίνουμε έρμαια των πιο αντιεπιστημονικών θέσεων και να υιοθετήσουμε τις πιο αντιεπιστημονικές πρακτικές όταν βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο, όταν δηλαδή αποφεύγουμε να κάνουμε τον κόπο τού κάθε έργου, όταν επιζητούμε διαρκώς κάποια παράκαμψη, έναν σύντομο δρόμο, αναγκαστικά αφοριστικό και στερεοτυπικό, προς την αποδόμησή του, όταν επιλέγουμε ad hominem επιθέσεις. Γιατί τότε, η πολιτική μας άποψη, η πολιτική μας θέση, η ιδεολογική μας πρόθεση, η ταξική μας ένταξη ή επιλογή, ακόμη και η κατοχή σημαντικών επιστημονικών γνώσεων, δεξιοτήτων και κύρους, δεν μας εμποδίζει καθόλου να γινόμαστε οι πιο επιτυχημένοι φορείς των αποτελεσμάτων που ο ταξικός αντίπαλος θα φαντάζονταν.

Τέλος, στη συζήτηση αποτίμησης των επιστημονικών επιλογών του Χανδρινού δεν θα μπω. Ευτυχώς, έχουν υπάρξει κριτικές αποτιμήσεις του που απέφυγαν να διαλέξουν το μονοπάτι που σκιαγράφησα παραπάνω και οι οποίες έχει σημασία να συζητηθούν και να παίξουν ρόλο στον τρόπο που διαβάζουμε το βιβλίο αυτό, τόσο ως προς τη σημασία όσο ως προς τα όρια ή τα λάθη σε ορισμένες επιλογές του. Νομίζω όμως τουλάχιστον τούτο: Ο Χανδρινός επιμελήθηκε και εξέδωσε έναν τόμο με σπουδαίο υλικό που θα διασώσει στο μέλλον τη μαρτυρία πολλών από τους πιο αφανείς πρωταγωνιστές του Πολυτεχνείου, αποτελώντας σημείο αναφοράς για την ιστορική έρευνα αλλά και τη μνήμη της εξέγερσης. Αν οι κανόνες της προφορικής ιστορίας συνάδουν ή όχι με τη μέθοδό του, και ιδιαίτερα με την επιλογή της συμπερίληψης ασχολίαστων τριών μαρτυριών αμετανόητων της άλλης πλευράς, δεν είμαι αρμόδιος για να το κρίνω. Τα αποτελέσματα της επιστημονικής του επιλογής θα φανούν νομίζω καλύτερα στο μέλλον και θα είμαστε σε θέση να τα αποτιμήσουμε τότε. Το γεγονός, σε ό,τι με αφορά, παραμένει: Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό τεκμήριο που είτε από κριτική είτε από υπεραστική σκοπιά, οφείλει να αντιμετωπιστεί σοβαρά στο περιεχόμενο και τη μέθοδό του αντί να αποτελέσει πεδίο εκδήλωσης εύκολων, αφοριστικών και στερεοτυπικών αποτιμήσεων για πρόσωπο του επιμελητή του.

 

 

1. Για μια κριτική επισκόπηση της συζήτησης, η οποία εκτιμούμε ότι την παρουσιάζει χωρίς να την αδικεί, παίρνοντας ταυτόχρονα θέση απέναντι στα επιστημολογικά και τα ιστορικά επίδικα που συζητιούνται με αφορμή το βιβλίο, βλ. Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, «Ψευδομάρτυρες, αυθεντίες και σχέσεις χωρίς όρια», alterthess, 28 Νοεμβρίου 2019.
2. Βλ. Γιώργος Μαργαρίτης, «Περί δικαιωμάτων (των) ιστορικών», imerodromos.gr, 27 Νοεμβρίου 2019.
3. Ευτυχώς, στην εν λόγω συζήτηση, που έλαβε χώρα στο 3ο Θερινό Βιβλιοστάσιο, ο Θανάσης Λάγιος υποστήριξε στο υψηλότερο επίπεδο όχι τον Φουκώ αλλά τη δυνατότητα της θεωρίας εν γένει, παρέχοντας μια κριτική αποτίμηση της σημασίας του έργου του Φουκώ αντί για έναν γενικευμένο, αντιεπιστημονικό αφορισμό, συλλήβδην αρνητικό ή θετικό, επί αυτού. Βλ. Θανάσης Λάγιος, «Ήταν ο Φουκώ απαντεώνας;», marginalia.gr, 18 Ιουλίου 2019. 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
12/09/2020 - 12:55

Όλες/όλοι στην Καμάρα το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου στις 18.00 και αγωνιστική ενωτική συμπόρευση όλων των συγκεντρώσεων!

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
27/05/2020 - 19:52

Στον πυρήνα της ίδιας της πανδημίας είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός και η κυρίαρχη μορφή διαχείρισής του, ο νεοφιλελευθερισμός.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
19/02/2020 - 12:00

Μαχητικός και ακούραστος αγωνιστής της αριστεράς, αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
19/02/2020 - 11:56

Ασυμβίβαστος, ακούραστος και αφοσιωμένος εργάτης των ιδεών του σε μια εποχή δύσκολη για την επαναστατική σκέψη και δράση.