ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Ο εξόριστος και εμείς


Θα ξεκινήσω λίγο παράτολμα δίνοντας ένα παράδειγμα, με κίνδυνο να παρεξηγηθώ.

Ας ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα πρόσφατα γεγονότα στις Βρυξέλλες ή τα γεγονότα στο Παρίσι, λίγους μήνες πριν, όταν και αυτό συγκλονίστηκε από μια εντυπωσιακή τρομοκρατική ενέργεια, που είχε αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Η εντύπωση ότι βιώνουμε μια ιστορική στιγμή ήταν σίγουρα ένα συναίσθημα που όλοι λίγο πολύ αισθανθήκαμε. Η τηλεόραση είχε έκτακτη ενημέρωση επί μέρες για το θέμα και οι ελληνικοί πολιτικοί θεσμοί δήλωσαν αμέσως την οδύνη τους για το γεγονός και τη συμπαράστασή τους στον γαλλικό λαό. Πλήθος άνθρωποι, από διαφορετική σκοπιά καθένας, προσπαθούσε να δηλώσει δημόσια τη συμμετοχή του στο δράμα αυτού του κόσμου. Υπήρχε ένα κλίμα σοκ και θρήνου.

Πάμε τώρα όσα χρόνια πίσω θέλει καθένας, στον πόλεμο του Κόλπου, στον πόλεμο του Αφγανιστάν ή και πιο πρόσφατα στα θανατηφόρα απόνερα αυτού που ονομάστηκε «Αραβική Άνοιξη». Στην αρχή θυμόμαστε εικόνες - ειδήσεις πολέμου μέσα από μια κινηματογραφική οπτική: βόμβες να σκάνε, σκηνές πανικού και χιλιάδες νεκρούς να υποννοούνται πίσω από τις χολλυγουντιανού τύπου εικόνες. Τώρα, κι ενώ οι αφανείς πρωταγωνιστές της προηγούμενης κινηματογραφικής σύγκρουσης μας πλησιάζουν, έχουμε τις εικόνες-ειδήσεις από τη Λαμπεντούζα, το Φαρμακονήσι, τη Λέρο, τη Μυτιλήνη, τα τουρκικά παράλια, παράλληλα με μια στατιστική ανάγνωση αυτή τη φορά των γεγονότων, η οποία πάντα τα τοποθετεί εντός ενός ευρύτερου πλαισίου που περιγράφει το πρόβλημα. Για παράδειγμα, Φαρμακονήσι: «Νέα τραγωδία με 13 νεκρούς πρόσφυγες, μεταξύ τους 7 παιδιά [...]. Εντωμεταξύ, σχεδόν 3.000 πρόσφυγες αποβιβάστηκαν και στο λιμάνι του Πειραιά από δύο πλοία. Ειδικότερα, το πλοίο “Αριάδνη” μετέφερε από τη Μυτιλήνη στον Πειραιά 1.310 πρόσφυγες, και το πλοίο “Μπλου Σταρ Πάτμος” μετέφερε από τη Μυτιλήνη και τη Χίο 1.400 μετανάστες.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συλλογική εθνική μας αντίδραση και τα συλλογικά εθνικά μας αντανακλαστικά είναι τελείως διαφορετικά από την πρώτη. Αυτοί οι θάνατοι ήταν απλώς ένα άθροισμα ανθρώπων που χάθηκαν, μια είδηση που ειπώθηκε, ένα πρόβλημα που χρίζει επίλυσης, ένα κύμα με στατιστικά μεγέθη που πρέπει να ανακοπεί. Ο θάνατoς είναι ένα ποσοστό, μια ατυχής υποπερίπτωση. Φυσικά, δεν υπάρχει ένοχος γι’ αυτούς τους θανάτους, ούτε φυσικός ούτε ηθικός, καθώς αυτοί οι θάνατοι δεν εμπίπτουν σε κανένα νομικό καθεστώς αναγνώρισής τους. Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε πάντως με ζωές που αξίζουν τον θρήνο, τη συμπόνια και τη συμμετοχή μας στο δράμα τους, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο. 

O θρήνος είναι η αναγνώριση ότι μια ζωή άξιζε να βιωθεί, όπως θα έλεγε και η Άρεντ. Συνακόλουθα, η αναγνώριση αυτής της ζωής εντός της ζωτικής φαντασιακής κοινότητας, εντός της οποίας μπορούμε να αναγνωρίσουμε και τον εαυτό μας, συνεπάγεται μια συγκεκριμένη, έστω και συναισθηματική, στάση απέναντί της. Στην περίπτωσή μας αυτή η φαντασιακή κοινότητα μπορεί να είναι το ελληνικό έθνος, η ευρωπαϊκή οικογένεια και ο δυτικός πολιτισμός, που φιλοδοξούμε να αποτελούν τμήμα της κυρίαρχης συλλογικής μας ταυτότητας. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς της Ανατολής. Οι εξ Ανατολής δεν αποτελούν κομμάτι του συλλογικού Εμείς σε οποιαδήποτε εκδοχή του, επομένως, τοποθετούνται αυτόματα στο ξένο, το αλλότριο, το Άλλο. Θεωρώντας τους κάτι εντελώς εξωτερικό προς εμάς, εσωτερικεύουμε την αναπαράστασή τους ως το αντι-Εμείς. Είμαστε αυτό που είμαστε γιατί δεν είμαστε σαν αυτούς, και το αντίστροφο. Έτσι κι αλλιώς, πάντα οι «χρήσιμοι Άλλοι» έθεταν τις διαχωριστικές ώστε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας εντός κοινωνικά κατασκευασμένων ομαδοποιήσεων, με το έθνος να κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα σε αυτές τις ομαδοποιήσεις. Όλα αυτά βέβαια μπορούν να είναι αποτελεσματικά στο επίπεδο του συμβολικού. Τι γίνεται όμως όταν Άλλος και Εμείς βρίσκονται εντός του ίδιου χωροχρόνου και καλούνται να συνυπάρξουν; 

 

Άλλοι

Ας δούμε ποιοι είναι αυτοί οι Άλλοι με τους οποίους καλούμαστε να συνυπάρξουμε για λίγο ή για περισσότερο καιρό. H κυρίαρχη αφήγηση μπορεί αρχικά να παρουσίαζε με κάποια ανεκτικότητα την κατάσταση όσο οι πρόσφυγες διέσχιζαν τη χώρα, άλλα αυτό κατέρρευσε μόλις φάνηκαν οι πρώτες ενδείξεις ότι τούτοι οι άνθρωποι μπορεί τελικά και να μείνουν εδώ. Οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί ξαφνικά άρχισαν να γίνονται αντιληπτοί ως δυνάμει εχθρικοί, δηλαδή ως κάποιοι που εμπνέουν φόβο, ως κάποιοι από τους οποίους προέρχεται κίνδυνος. Δεν πρόκειται για κάτι νέο. Αν γυρίσουμε εκατό χρόνια πριν, σε μια άλλη προσφυγική κρίση, των Ελλήνων της Μ. Ασίας, θα δούμε αφηγήσεις και αντανακλαστικά που μας θυμίζουν υπερβολικά το παρόν.

H εφημερίδα Νέα Ημέρα, το 1916, από τα πρώτα χρόνια που διαφαινόταν η προσφυγική κρίση, επισημαίνει τον κίνδυνο να βρεθούν στην Ελλάδα «οι Ελληνόφωνοι ξενόδουλοι και ξενόπληκτοι πρόσφυγες». Ενώ το 1923, η εφημερίδα Βραδυνή σε κεντρικό άρθρο της αναρωτιέται: «Πόσον δε ταχέως κατακτούν δικαιώματα, τα οποία δεν έχομεν εμείς οι γηγενείς εις τον τόπον μας, όλαι αυταί αι μυριάδες των μυριάδων επελαυνόντων καθ’ ημών, είναι απίστευτον. Μόλις αφιχθούν, προτού γνωρίσουν καν τους δρόμους, διευθύνονται εις το κεντρικόν ταμείον. Και τίποτε δεν τούς αρέσει εις τον δυστυχισμένον τόπον μας, εκτός του κεντρικού ταμείου». Αλλά ακόμα και προοδευτικά κομμάτια, όπως ο Δημήτρης Στρατής, γνωστός συνδικαλιστής του Μεσοπολέμου, έχουν αμυντικές τοποθετήσεις: «Η εργατική τάξη είναι αδύνατο να επιβληθεί στους εργοδότες οι οποίοι σε κάθε εργατική διεκδίκηση των οργανωμένων εργατών απαντούν με μαζικές απολύσεις, αντικαθιστώντας τους συνδικαλισμένους εργάτες με ασυνδικάλιστους από τους πρόσφυγες». Υπάρχουν βέβαια και πιο ακραίοι, όπως ο δημοσιογράφος και στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος Κρανιωτάκης, που το 1933, φοβούμενος μην υπάρξουν επικίνδυνες επαφές μεταξύ Ελλήνων και «τουρκόσπορων», μας λέει: «Πρότεινα να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες».

 

Ο μη πολίτης

Οι πρόσφυγες, λοιπόν, τότε ήταν ξενόδουλοι, ξένος δάκτυλος, αποκτούσαν γρήγορα δικαιώματα που ούτε οι Έλληνες δεν είχαν, μας έπαιρναν τις δουλειές και φυσικά ήταν κίνδυνος να αλλοιωθεί το αθάνατο DNA των Ελλήνων.

Φυσικά, αυτή δεν ήταν η μόνη πλευρά της κατάστασης, ούτε τότε ούτε σήμερα. Υπάρχουν χιλιάδες μαρτυρίες και εμπειρίες ανθρώπων που άνοιξαν τα σπίτια τους, έτρεξαν να βοηθήσουν και να αγκαλιάσουν τους πρόσφυγες. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις ο πρόσφυγας ήταν και είναι δέκτης αλληλεγγύης, φιλανθρωπίας και βοήθειας σύμφωνα με εξωτερικά προς αυτόν κριτήρια. Δεν μπορεί να τα διεκδικήσει, να τα διευρύνει, να είναι συμμέτοχος ακόμα και της αρωγής στον εαυτό του. Τη δέχεται παθητικά.

Τριάντα πέντε ολόκληρα έτη μετά την εθνική καταστροφή, ο προσφυγικός κόσμος, εις την μεγάλη του πλειονότητα, τελεί εις ηθικώς μειονεκτική θέσιν απέναντι των γηγενών αδελφών μας.

Ας κρατήσουμε τη φράση «ηθικώς μειονεκτική θέση» και ας μεταφερθούμε σε μια άλλη περίοδο προσφυγιάς, εκείνη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Η Χάννα Άρεντ στο κείμενό της «Εμείς οι πρόσφυγες» αναφέρει αυτοβιογραφικά: «Χάσαμε το σπίτι μας, που σημαίνει ότι χάσαμε την οικειότητα της καθημερινής ζωής. Χάσαμε το επάγγελμά μας, που σημαίνει ότι χάσαμε την αυτοπεποίθηση ότι είχαμε κάποια χρησιμότητα σε αυτόν τον κόσμο. Χάσαμε τη γλώσσα μας, που σημαίνει ότι χάσαμε τη φυσικότητα των αντιδράσεών μας, την απλότητα των χειρονομιών μας, την απρόσκοπτη έκφραση συναισθημάτων. Αφήσαμε τους συγγενείς μας στα πολωνικά γκέτο, και οι καλύτεροί μας φίλοι σκοτώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που σημαίνει ότι διαρρήχθηκαν οι ιδιωτικές μας ζωές». Και πιο κάτω: «Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο και η ζωή δεν είναι εύκολη γι’ αυτόν όταν κόβονται οι κοινωνικοί δεσμοί. Τα ηθικά πρότυπα τηρούνται πιο εύκολα μέσα στη δομή της κοινωνίας». Η διαφορά στον χρόνο και τον χώρο δεν αλλάζει την εμπειρία ως τέτοια, μια εμπειρία μαζική, που αλλάζει ολόκληρες κοσμοεικόνες προσθέτοντας νέες, καταστρέφοντας τις παλιές κι ελπίζοντας για καλύτερες. Η εμπειρία του ξεριζωμού και η συνακόλουθη αίσθηση αυτής της ηθικής ανεπάρκειας είναι πυλώνας της προσφυγικής ταυτότητας σε όποια εποχή και αν τη μελετήσουμε. 
Ο εκτοπισμένος χάνει κάθε σημείο αναφοράς, γίνεται ξαφνικά άπατρις βρίσκεται σε έναν νέο δημόσιο χώρο. Βιώνει μια κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία όμως ο ίδιος είναι εξαίρεση. Απογυμνωμένος από την ιδιότητα του πολίτη, άρα και από τα πολιτικά, τα ατομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα που συνεπάγεται αυτή η νεωτερική ιδιότητα, χάνει το δικαίωμα στα δικαιώματα, γίνεται μια ζωή που δεν της αναγνωρίζεται η κοινωνική της ιδιότητα, είναι γυμνή, όπως θα έλεγε και ο Αγκάμπεν. Είναι αυτή λοιπόν η σημαντική εμπειρία τού να μην ανήκεις πουθενά και να μην αναγνωρίζει κανείς την ύπαρξή σου. Εγκλωβισμένος στο γυμνό από δικαιώματα και υποχρεώσεις σώμα σου, σε ένα παρατεταμένο παρόν εκτός νόρμας, εντός μιας τραυματικής εμπειρίας που βιώνεται σε ένα απέραντο τώρα.

 

Η μη ζωή

Ένα άλλο στοιχείο που αξίζει να ανφερθεί είναι η «αξία της ζωής» ως ύψιστη νεωτερική αξία. Ο πρόσφυγας ζει μια κατάσταση έξω από κάποιον χωροχρόνο στον οποίο να του αναγνωρίζεται η αξία της ζωής στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συνόλου. Βρίσκεται εντός μιας κατάστασης μετάβασης κατά την οποία η αξία της ζωής εκμηδενίζεται. Δεν υπάρχει κανένας να την προστατέψει ή να της αναγνωρίσει κάποια αξία. Επιπλέον, τα όριά της ορίζονται εντελώς εξωτερικά από το υποκείμενο. Έτσι, διαμορφώνεται μια κατάσταση όπου κάθε εξόριστος καταφέρνει να ζει λες και ο θάνατος δεν έχει σημασία.

Σε έναν διάλογο που είχα με κάποιο παιδί απο το Αφγανιστάν, στον οποίο προσπαθούσα να το πείσω να μη συνεχίσει το ταξίδι του μόνο μέσα στο χειμώνα, το παιδί, 15 χρονών, αποφασισμένο να φτάσει στη Σουηδία και χωρίς να κατανοεί τι σήμαινε το «εδώ είσαι προστατευμένος και ασφαλής» που του έλεγα –εννοώντας τον ξενώνα ανηλίκων–, μου έδωσε μια αποστομωτική απάντηση: «Τώρα είναι όλα εύκολα. Δεν μπορώ να μείνω εδώ, πρέπει να φτάσω στη Σουηδία, με περιμένουν. Σιγά τι είναι ο χειμώνας, στο χωριό μου άμα βγεις από το σπίτι έχεις περισσότερες πιθανότητες να πεθάνεις, έτσι σκοτώσανε έναν γείτονά μου. Πέρασα από βουνά με πολύ περισσότερο κρύο, που αν γλιστρούσες πέθαινες, ήμουν 12 ώρες στον πάτο ενός λεωφορείου για να φτάσω στην Τουρκία. Πέρασα στην Ελλάδα με το βαρκάκι, που όποτε ανέβαινε πάνω σε ένα κύμα τους άκουγες όλους να ψέλνουν την τελευταία προσευχή τους στον Θεό. Δεν μπορώ να σταματήσω. Αν είναι να πεθάνω, είναι θέλημα του θεού, δεν μπορώ να κάνω κάτι. Εγώ θα φύγω».

Ένα άλλο παιδί είχε ζητήσει να μάθει πώς είναι στα ελληνικά μια φράση για ένα ποίημα που έγραφε. Αυτή η φράση νομίζω ήταν ταυτόχρονα σοκαριστική αλλά και επεξηγηματική: «Φυλακισμένος στη ζωή». Δεν ξέρω τι άλλο έγραφε το ποίημα, αλλά αυτή η φράση είναι από μόνη της ένα θεωρητικό εργαλείο για το τι βιώνουν τούτοι οι άνθρωποι. 

Όταν έρχεσαι τόσο κοντά στον θάνατο, τον οποίο ξέρεις ότι θα συναντήσεις ξανά και ξανά, η ζωή χάνει το ιερό φωτοστέφανο που της έχει υφανθεί εντός του κοινωνικού σχηματισμού που υπήρξες. Ο προορισμός είναι η λύτρωση, το τέλος της μετάβασης, η φαντασιακή επανένταξη σε μια νέα κανονικότητα, η ευκαιρία να υφανθεί ξανά το φωτοστέφανο της ιερότητας του εαυτού.

 

Η μη κοινωνία

Φυσικά οι δύο παραπάνω καταστάσεις βιώνονται επιπλέον έξω από οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο. Η λογική του εγκλεισμού είναι μια νέα συνθήκη στην οποία καλείται να ζήσει ο εξόριστος. Το βιοπολιτικό δίπολο μεταξύ καθαρότητας και μιαρού-βρόμικου επαναλαμβάνεται για άλλη μια φορά σήμερα, με αφορμή τους πρόσφυγες.

Η καθαρή (υγιής) κοινωνία μας πρέπει να προστατευτεί από τους μολυσματικούς πρόσφυγες και τις ασθένειες που αυτοί κουβαλούν. Η καθαρή (πολιτισμικά) κοινωνία μας πρέπει να προστατευτεί από τη βρόμικη ανατολίτικη κουλτούρα των προσφύγων, το καθαρό μας έθνος πρέπει να αποφύγει τις μιαρές επιμειξίες και η καθαρή (φιλήσυχη) ελληνική κοινωνία πρέπει να μείνει μακριά από τις εντάσεις μιας αφύσικης επαφής. Αυτή είναι η κυρίαρχη λογική η οποία δικαιολογεί τον εγκλεισμό ανθρώπων σε ανοιχτές ή κλειστές δομές που βρίσκονται πάντα σε μια εξωτερική και από μακριά σχέση με την κοινωνία. 

Υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κανείς για τη φύση του εγκλεισμού και την ιστορία του. Ο εγκλεισμός αποτελεί ίσως την πιο χρησημοποιημένη πατέντα περιορισμού, καταστολής και επιτήρησης που εχει εφευρεθεί ποτέ. Αποτελεί μια πρόδηλη ρατσιστική εμπειρία, όπου το διαφορετικό περιορίζεται και εντάσσεται σε ένα σύστημα έξω από κάθε κοινωνική πραγματικότητα. Ο εγκλεισμός βιώνεται ως μια κατάσταση συνεχούς αναμονής, έως ότου τελεσίδικα αποφασιστεί εάν μπορείς να είσαι κομμάτι ή όχι της κοινωνίας. Εάν τελικά είσαι, πρέπει να περάσεις απο άλλους μηχανισμούς πειθάρχησης και εμπέδωσης της νέας πραγματικότητας, εάν όχι αποπέμπεσαι. Πού; Κανείς δεν ξέρει, πάντως το «όχι εδώ» είναι η μοναδική λογική.

Σε αυτούς τους χώρους η εξουσία που ασκείται πάνω σε μη κοινωνικά ενταγμένα σώματα δεν ασκείται μέσω μιας έστω και ασυναίσθητης συγκατάβασης-πειθάρχησης σε κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο. Αντίθετα ασκείται μονομερώς και άμεσα από τους φορείς είτε του νόμου και της τάξης είτε της κοινωνικής πρόνοιας και αγνής αλληλεγγύης. Η πορεία οποιασδήποτε κοινωνικής σχέσης είναι μονόπλευρη. Ο πρόσφυγας είναι αναγκασμένος να είναι πάντα δέκτης ερεθισμάτων, εντολών, αλληλεγγύης. Όπως σημειώθηκε και πριν, βρίσκεται εντός μιας ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής κατάστασης εξαίρεσης κατά την οποία ο ίδιος είναι η εξαίρεση. Με λίγα λόγια, δεν είναι προϊόν του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο βρίσκεται, άρα από μόνος του αποτελεί μια κατάσταση «μη αναγνωρίσιμη», είναι η εξαίρεση του κοινωνικού κανόνα. Βρίσκεται σε ένα κοινωνικό critical point, σε μια φάση που ενώ του αναγνωρίζεται η υλικότητά του δεν είναι ακόμη κάτι συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο από τους άλλους.

Αρά μπορούμε πλέον να πούμε ότι η σύγχρονη κοινωνία και ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός γεννά μια νέα ομάδα ανθρώπων βίαια μετακινούμενων (προσφύγων, οικονομικών μεταναστών, εξόριστων κ.ά.), οι οποίοι περνούν μεγάλο κομμάτι της ζωής τους (αν όχι όλη), όχι ακριβώς ως πολίτες, σε όχι ακριβώς ζωές μέσα σε όχι ακριβώς κοινωνίες. Η αδυναμία ορισμού μιας νέας κατάστασης και μιας νέας πραγματικότητας γι’ αυτά τα υποκείμενα είναι εσκεμμένη.

 

Εμείς

Μέσα σε αυτό το κενό επιτελούνται δύο ζωογόνες λειτουργίες για τους εθνικούς σχηματισμούς που καλούνται να διαχειριστούν αυτή την κατάσταση. Η πρώτη είναι η ευελιξία στην οικονομική εκμετάλλευση με κάθε τρόπο (από τη λούμπεν αστική τάξη μέχρι την πιο καθαρή της μορφή) υποκειμένων κενών δικαιωμάτων, άρα πλήρως εκμεταλλεύσιμων, χωρίς κεκτημένα και συλλογικές αναπαραστάσεις αντίστασης στον νέο τους χωροχρόνο. Η δεύτερη είναι η ανατροφοδότηση της εθνικής ιδέας και του εθνικισμού (σε κάθε του μορφή), ως μια φαντασιακή υπέρβαση των ταξικών διαφορών και ενοποίησης εντός της φαντασιακής κοινότητας του έθνους που πρέπει να συσπειρωθεί και να επιβιώσει. Ο εχθρός του έθνους παίρνει μορφή, αναγνωρίζεται με μεγαλύτερη ευκολία εντός μιας υπερπολιτικής (ultra politics), στην οποία ο εχθρός, αν και κάτι αφηρημένο, συμβολοποιείται δίπλα μας. 

Δεν ξέρω αν αυτή η πολιτική διαχείριση και πρακτική είναι αποπροσανατολιστική, όπως θα λέγαμε για τα πραγματικά προβλήματα που βιώνουμε στην καθημερινή ζωή, είναι όμως σίγουρα συγκροτητικός και ενοποιητικός παράγοντας για αποδιαρθωμένες κοινωνίες, μια άστοχη και ακίνδυνη εκτόνωση πολιτικής ενέργειας.

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη πλάι στην άνοδο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού στη Μέση Ανατολή έχουν τρία κοινά στοιχεία: 1) σκοπό έχουν να εκφράσουν αντιπολιτικά συναισθήματα που γίνονται αντιπολιτιακά και τελικά αντιδημοκρατικά – το «αλήτες προδότες πολιτικοί» το συναντάμε σε διάφορες παραλλαγές στη συνθηματολογία της σύνολης ακροδεξιάς αλλά και της θρησκευτικής φονταμεναλιστικής ρητορικής· 2) αξιοποιούν τον φόβο για τον Άλλον και την αλλοίωση που μπορεί αυτός να φέρει στην καθαρή πολιτισμική ή ακόμα και τη βιολογική μας μοναδικότητα· 3) ο εχθρός τους δεν ορίζεται με στρατιωτικούς όρους, δεν εντάσσεται εντός κάποιου πολεμικού μοντέλου μεταξύ ανταγωνιστικών και εχθρικών αναλόγων, ορίζεται μονόπλευρα και εξολοθρεύεται κυρίαρχα με αισθητικά κριτήρια, όχι για τις πράξεις του.

Βέβαια, αυτά τα τρία στοιχεία, που οδηγούν σε ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, μπορούμε να τα εντοπίσουμε εν σπέρματι και στον νεοφολελευθερισμό. Άραγε, τα μοντέλα διακυβέρνησης που απαρνιούνται την ιδεολογική χροιά της πολιτικής και προτρέπουν μια εξορθολογικοποίηση της πολιτικής μέσω τεχνοκρατών δεν είνα μια μορφή αντιπολιτικής; Η κατάσταση των ανθρώπων χωρίς χαρτιά, των απελάσεων και η ισλαμοφοβία δεν είναι ένα είδος προσπάθειας να προστατευθεί το υγιές έθνος; Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας εντός κι εκτός συνόρων που ξεκινά μετά την 11η Σεπτεμβρίου είναι ή δεν είναι μια κατάσταση πολέμου χωρίς στρατιωτικούς κανόνες; Με δύο λόγια, ούτε η ακροδεξιά στροφή ούτε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι ουρανοκατέβατα συμπτώματα κάποιας κρίσης. Είναι ενδεχόμενα που ξέφυγαν από το εργαστήριο και έγιναν πραγματικότητες. 

Η δική μας απάντηση δεν μπορεί να συγκροτηθεί εντός του παραπάνω συστήματος λόγου. Δεν πρέπει να ζητάμε καλύτερη διαχείριση της πραγματικότητας, πρέπει να ζητάμε άλλη λογική για την πραγματικότητα. Η αλληλεγγύη είναι ο σπόρος που μπορεί να κάνει αυτή τη νέα λογική να φυτρώσει. Πρώτα όμως πρέπει να αποκαταστήσουμε αυτούς τους κενούς πλαισίου ανθρώπους. Να γίνουν πολίτες, με ζωή εντός νέων βιωμένων κοινωνικών σχέσεων. Δεύτερον, να γκρεμίσουμε στην πράξη τα συντηρητικά αντανακλαστικά μέσα από τη δημιουργία νέων αναπαραστάσεων συμβίωσης και συνεργασίας μεταξύ «Ημών» και των «Άλλων». Να απογυμνώσουμε το μυστήριο, τον φόβο και την απόσταση με τους ανθρώπους αυτούς, να τους βάλουμε στις γειτονιές μας, να ζυμωθούμε μαζί τους, να ανταλλάξουμε εμπειρίες, να τους αφήσουμε να γίνουν κομμάτι του εαυτού μας και τελικά να ενσωματωθούν στη νέα πραγματικότητα, όχι μόνο να την περιμένουν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
22/08/2019 - 13:51

Το σαπούνι θα πρέπει εξαρχής να μην το πάρουμε στα σοβαρά· ίσως γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να το πάρουμε στα σοβαρά.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.