ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Κείμενο παρέμβασης στον προσυνεδριακό διάλογο της ΛΑΕ

Συνδιάσκεψη ΛΑΕ: Να σταματήσουμε να είμαστε μέρος του προβλήματος


Στην Αριστερά δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου η ουσιαστική συζήτηση δεν γίνεται κυρίως μέσα στα συνέδρια. Μπροστά στην ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ καλούμαστε να μην ακολουθήσουμε αυτή την πεπατημένη, όπως και τις άλλες προβληματικές πεπατημένες της Αριστεράς, από τους παράλληλους μονολόγους και τις «μετωνυμικές» αντιπαραθέσεις που δεν ανοίγουν ευθέως τα πραγματικά ζητήματα μέχρι τις κάθε λογής πρακτικές στοίχισης μηχανισμών.

Η πρόκληση για την ΛΑΕ δεν είναι απλώς να συγκροτηθεί, να αποκτήσει περισσότερο σαφείς θέσεις, ως προς τις οποίες το κείμενο θέσεων σε ορισμένα σημεία είναι σχετικό προχώρημα, ή ένα κατακτημένο δημοκρατικό τρόπο λειτουργίας. Η πρόκληση για τη ΛΑΕ είναι να γίνει το πεδίο μιας συλλογικής σκέψης και πράξης που θα αναμετρηθεί με τη βαθιά πολιτική και στρατηγική κρίση της Αριστεράς στον τόπο μας, για να γίνει ο καταλύτης για την ανασύνθεση της Αριστεράς ως δύναμη ρήξης και ανατροπής.

Η τραγωδία του περασμένου καλοκαιριού δεν παίχτηκε μέσα στις λίγες μέρες ανάμεσα στο δημοψήφισμα και τη συμφωνία της 13ης Ιούλη, έστω και εάν μπορούσαν ακόμη και εκείνη τη στιγμή να υπάρξουν επιλογές ανυπακοής και εξόδου από την ευρωζώνη που θα ανέτρεπαν τη συνθήκη καταστροφής. Οι όροι της τραγωδίας διαμορφώθηκαν καιρό πριν και συγκεφαλαιώνουν ένα σύνολο αντιφάσεων και στρατηγικών ελλειμμάτων: Τον πυρήνα του ευρωπαϊσμού και μεταρρυθμισμού στον οποίο εξαρχής ήταν προσανατολισμένη η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και ο οποίος ήδη από το 2012 μεταφράστηκε σε άρνηση κάθε ρήξης με την ΕΕ και σε αναζήτηση συμμαχιών και συμβιβασμών με τον ιμπεριαλισμό και σημαντικά τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης. Το βαθύ συντηρητισμό και την ηττοπάθεια του εγκεφαλικού «αντικαπιταλισμού» του ΚΚΕ που στηρίζεται στην εκτίμηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Την αδυναμία –και σε αρκετές περιπτώσεις απροθυμία– της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να αναμετρηθεί με τα ερωτήματα της εξουσίας και της ηγεμονίας και να βγει από τα όρια ενός συνδυασμού ανάμεσα στον κινηματική δράση και τη γενικόλογη επίκληση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής.

Σε αυτές τις επιλογές ας προσθέσουμε μερικά προβλήματα ακόμη: Την απροθυμία του συνόλου της Αριστεράς να μάθει από τις πρακτικές και τη συλλογική επινοητικότητα των μαζών ιδίως κατά τις στιγμές των μεγάλων αγωνιστικών εξάρσεων. Την θεωρητική τεμπελιά και την αναπαραγωγή της κληρονομιάς του οικονομισμού, του εμπειρισμού και του πρακτικισμού που σήμαινε ότι η συλλογική σκέψη έμενε στα όρια παρωχημένων σχημάτων, από την αναπαραγωγή ενός φαντασιακού «Οκτώβρη» που καμιά σχέση δεν είχε με τις σύγχρονες επαναστατικές προκλήσεις, μέχρι όλο το οπλοστάσιο της θεωρίας των σταδίων, της «προοδευτικής διακυβέρνησης» της αναζήτησης συμμαχιών με μερίδες της αστικής τάξης. Την αδυναμία να συνειδητοποιήσουμε ότι οι μεγάλες στιγμές του κινήματος όπως οι Πλατείες, δεν αναδείκνυαν μόνο τις δημοκρατικές μορφές σύγχρονων εκδοχών δυνάμει δυαδικής εξουσίας αλλά και απαιτούσαν την τόλμη για διαμόρφωση ενωτικών διεργασιών γύρω από τη ρήξη με το ευρώ, το χρέος, και τα μνημόνια, που να κάνουν τις αγωνιζόμενες μάζες εξαρχής τμήμα της αναγκαίας «Συντακτικής Διαδικασίας» για το «μέτωπο της ανατροπής και της ελπίδας», έστω και εάν αυτό απαιτούσε εκτεταμένες ρήξεις και νέες ενότητες, κάθετες και οριζόντιες, σε όλο το τοπίο της Αριστεράς.

Και εδώ πρέπει να είμαστε σαφείς και ειλικρινείς. Η ΛΑΕ δεν ξεκίνησε μόνο με το αίτημα της ελπίδας και της αγωνίας για την απάντηση στη συνθηκολόγηση και τη διάψευση. Εξαρχής έφερε την κληρονομιά αυτών των πολιτικών ορίων. Σε αυτή τη βάση πρέπει να κάνουμε τον απολογισμό της.

Το πρώτο πράγμα που σφράγισε την παρέμβασή μας ήταν μια λανθασμένη όπως αποδείχτηκε εκτίμηση του συσχετισμού δύναμης. Σίγουρα το δημοψήφισμα έδειξε τα μεγάλα περιθώρια δυναμικής και καταλυτικής επανεμφάνισης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Την ίδια στιγμή όμως ο συνδυασμός ανάμεσα στην υποχώρηση του κινήματος μετά την «εξεγερσιακή» διετία 2010-12, την ανάθεση στην κοινοβουλευτική εναλλαγή και τελικά στη συνθηκολόγηση και στο ότι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που τελικά ψήφισε και εφαρμόζει μνημόνια, επέτειναν τάσεις αποσυσπείρωσης και αποδιάρθρωσης του κινήματος και υπονόμευσαν τη λαϊκή αυτοπεποίθηση. Αυτό σήμαινε ότι αντικειμενικά ότι το «ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας» δεν πια το ίδιο ανοικτό. Έχουμε, δηλαδή, μπει σε μια ιστορική φάση όπου οι «δομικές» πλευρές της πολιτικής κρίσης, όπως είναι το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στις υποτελείς τάξεις και τις αστικές μερίδες, η κατάλυση κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας και η απουσία οποιουδήποτε ηγεμονικού προτάγματος από τη μεριά του κεφαλαίου που να συμπεριλαμβάνει και τα λαϊκά στρώματα, συνδυάζονται με μια σχετική σταθεροποίηση που επιτρέπει το ξεδίπλωμα των μνημονιακών πολιτικών και μπορεί π.χ. να εξηγήσει γιατί τα μέτρα που πέρασε μέχρι σήμερα η κυβέρνηση δεν οδήγησαν σε κοινωνικές εκρήξεις.

Το αποτέλεσμα της λανθασμένης εκτίμησης ήταν να κινούμαστε για αρκετό διάστημα με βάση την εκτίμηση της «πύρρειου» νίκης και της επικείμενης κατάρρευσης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κινηθήκαμε με όρους μιας διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας και προσπάθειας να υπάρχουμε ως «αντικυβερνητικός λόγος» στη δημόσια σφαίρα, αντί να ασχολούμαστε με την επίμονη προσπάθεια ανασυγκρότησης, ανασύνθεσης και προγραμματικής εμβάθυνσης που αναλογούσε σε έναν τροποποιημένο συσχετισμό δύναμης. Γιατί είμαστε σε μια συγκυρία όπου δεν αρκεί απλώς να καταγγείλεις τον Τσίπρα και την κυβέρνησή του ή απλώς να καλέσεις σε ξεσηκωμό και «μια σπίθα αρκεί για να βάλει φωτιά στον κάμπο». Χρειάζεται να ανατάξουμε την ίδια την αυτοπεποίθηση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων στη δυνατότητα ενός άλλου δρόμου, στην αποτελεσματικότητα της συλλογικής διεκδίκησης και της ανατρεπτικής πάλης και στην ικανότητα της Αριστεράς να συμβάλει στην επεξεργασία εντός αντιηγεμονικού σχεδίου.

Αυτό αναπαρήγαγε μια παραδοσιακή και κοινοβουλευτική αντίληψη της πολιτικής, που κατά κύριο λόγο επικεντρωνόταν στο «να ακουγόμαστε» και «να φαινόμαστε» είτε μέσα από παρουσία στελεχών στα ΜΜΕ, είτε μέσα από κομματικούς ακτιβισμούς, ενώ υποτιμούσε την προγραμματική δουλειά και απεύθυνση. Ο προγραμματικός λόγος της ΛΑΕ επικέντρώθηκε στην επίκληση μιας δημοκρατικής αντιμνημονιακής ανατροπής, σε κάποιες περιπτώσεις με την προσθήκη της εξόδου από το ευρώ χωρίς μεγαλύτερη εμβάθυνση στο ποιες είναι οι πλευρές του άλλου δρόμου. Θεωρήθηκε δεδομένο ότι η αντίθεση στο Μνημόνιο συγκροτεί επαρκή συλλογική αγωνιστική ταυτότητα των λαϊκών τάξεων, παρότι στις εκλογές αποδείχτηκε ότι η απλή διεκδίκηση της αντιμνημονιακής σημαίας την οποία μόλις είχε εγκαταλείψει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να μας κάνει την εναλλακτική επιλογή (γιατί είναι προφανές ότι η εκλογική μας αποτυχία δεν οφείλεται μόνο στην κυβερνητική μεθόδευση για τις πρόωρες εκλογές αλλά και στα δικά μας ελλείμματα).

Ο πυρήνας του πολιτικού και ιδεολογικού εκβιασμού που δέχονται οι λαϊκές τάξεις είναι ότι κάθε ρήξη με την ΕΕ είναι δρόμος καταστροφής. Την ίδια στιγμή, όμως, όχι μόνο τα μνημόνια έχουν δείξει ότι το ευρώ και η ΕΕ είναι μηχανισμοί καταστροφής και κατάλυσης της λαϊκής κυριαρχίας αλλά και βλέπουμε την κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Κατά συνέπεια το «εμπόριο του φόβου» των κυρίαρχων δυνάμεων συνδυάζεται με πλευρές ενός αναδυόμενου και αντιφατικού «λαϊκού ευρωσκεπτικισμού». Επομένως, αναγκαία αφετηρία οποιασδήποτε προσπάθειας για αριστερή πολιτική δεν είναι να πούμε ότι είναι κακή η λιτότητα και ο νεοφιλελευθερισμός αλλά ότι είναι εφικτό να έρθουμε σε ρήξη με το ευρωσύστημα και σε αυτή τη βάση να ανατρέψουμε τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό». Δεν μπορεί επομένως να έχει απήχηση και να ανασυγκροτεί τη λαϊκή αυτοπεποίθηση ένα πρόγραμμα παράθεσης στόχων αντι-λιτότητας που δεν προτάσσει τη ρήξη με το ευρώ, την ΕΕ και το χρέος, στην πραγματικότητα τη ρήξη με κρίσιμες πλευρές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

Ως προς αυτό επίσης δεν χωρούν αυταπάτες και μισόλογα. Ένα πρόγραμμα φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση σήμερα σημαίνει έξοδο από το ευρώ αλλά και ρήξη συνολικά με την ΕΕ. Δεν μπορεί να υπάρξει το σχήμα «έξω από το ευρώ αλλά μέσα στην ΕΕ», γιατί είναι η συνολική νομισματική, θεσμική και οικονομική αρχιτεκτονική της ΕΕ –ως συνταγματοποιημένος νεοφιλελευθερισμός και ως κατάλυση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας– που συνιστά τον πυρήνα του «ελληνικού προβλήματος». Η πρόταξη της εξόδου από το ευρώ ως του πιο άμεσου μέτρου δεν αναιρεί ότι ανοίγει το δρόμο για αποδέσμευση από την ΕΕ. Ότι ορθά στην πολιτική συμμαχιών βάζουμε το όριο στην έξοδο από το ευρώ, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ως ΛΑΕ να έχουμε μια καθαρή θέση που να λέει ότι σήμερα απαιτείται συνολική ρήξη με τον ευρωπαϊκό δρόμο. Εάν σήμερα ο σκληρός πυρήνας της ιδεολογικής ηγεμονίας του αντιπάλου είναι η «Ευρώπη» καμιά ελπίδα δεν έχουμε αν πάμε να «χαϊδέψουμε» τέτοια αντανακλαστικά,. Αντίθετα, παρουσιάζοντας μια συγκροτημένη τοποθέτηση και αφήγηση και τολμώντας να διεκδικήσουμε τη συνολική ρήξη με την «Ευρώπη» οικοδομούμε άλλη δυνατότητα ηγεμονίας, συγκροτούμε αντίπαλο δέος.

Όμως, αυτό απαιτεί και μια φρέσκια προσέγγιση της αναγκαίας, περισσότερο παρά ποτέ, διαλεκτικής ανάμεσα στη διεκδίκηση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Η σχέση αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί με κλασικούς ή εργαλειακούς όρους ως «επανοικειοποίηση» μιας πατριωτικής και δημοκρατικής ρητορικής σε συνδυασμό με ένα «προοδευτικό» οικονομικό πρόγραμμα, ούτε να οδηγεί στην αναζήτηση κάποιων «πατριωτικών δυνάμεων» πέραν της Αριστεράς. Σήμερα, η διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας αποκτά ένα βαθιά ταξικό πρόσημο. Αποτελεί τη διεκδίκηση από τη μεριά ενός νέου δυνάμει ιστορικού μπλοκ με επικεφαλής τις δυνάμεις της εργασίας της δυνατότητας να αρθρώσει μια άλλη ηγεμονία και μια άλλη κατεύθυνση σε σύγκρουση με την αστική τάξη και τα στηρίγματά της και σε ρήξη με τις σύγχρονες μορφές του ιμπεριαλισμού. Δεν αφορά γενικά το «έθνος» αλλά το λαό ως συγκεφαλαίωση μιας ευρύτερης συμμαχίας των υποτελών τάξεων και τη δυνατότητα μιας σύγχρονης εργατικής ηγεμονίας.

Η αλλεργία που πρέπει να έχουμε απέναντι στις εύκολες «αντικαπιταλιστικές» ή «σοσιαλιστικές» ρητορικές, ιδίως όταν υποτιμούν τις άμεσες και αναγκαίες ρήξεις με τον ιμπεριαλισμό, δεν μπορεί να οδηγεί σε μια εικόνα μιας «πατριωτικής» ή «δημοκρατικής» ανατροπής χωρίς ταξικό πρόσημο ή χωρίς σοσιαλιστική προοπτική. Στο σημερινό τοπίο του βαθέματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης της έντασης της διεθνοποίησης του κεφαλαίου η διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορεί παρά να έχει αντικαπιταλιστικό στίγμα και σοσιαλιστική προοπτική εάν πρόκειται να υπάρξει. Η εμπειρία που έχουμε από τα πειράματα στη Λατινική Αμερική δείχνει ότι όσο δεν προχωρά ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, η ανάδυση μορφών λαϊκής εξουσίας και η πραγματική αφαίρεση εξουσίας και παραγωγικών μέσων από τις αστικές τάξεις, οι δυνατότητες ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης εντείνονται.

Με αυτή την έννοια κανέναν δεν βοηθάει η αποσύνδεση της «αντιμνημονιακής ανατροπής» από τη σοσιαλιστική προοπτική. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, με όλη την αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης από τη μακρόχρονη έκθεση στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας, δεν μπορεί κανείς να πιστεύει ότι αρκεί να έχουμε εθνικό νόμισμα και αυξημένη δημόσια δαπάνη και αμέσως να πάμε σε –καπιταλιστική– ανάπτυξη που θα επιτρέψει αύξηση της απασχόλησης και αναδιανομή μακροπρόθεσμα. Τα αναπτυξιακά αποτελέσματα θα εξαντληθούν από το συνεχές σαμποτάρισμα από τη μεριά των αστικών μερίδων, τη φυγή κεφαλαίων και τις μεγάλες πιέσεις από το εξωτερικό. Χωρίς «βίαιη» εθνικοποίηση όλων των τραπεζών και όλων των στρατηγικών μονάδων, χωρίς εκδίωξη των μεγαλοεργολάβων, χωρίς επίγνωση ότι ΕΣΠΑ και ΚΑΠ θα κοπούν από το πρώτο δευτερόλεπτο, χωρίς έμφαση στη δημόσια ιδιοκτησία και την αυτοδιαχείριση, χωρίς άλλο πρότυπο αγροτικής παραγωγής, χωρίς ριζικές αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες δεν θα μπορέσει το όποιο πείραμα να σταθεί. Το να μιλήσουμε με τόλμη και ειλικρίνεια για τις πραγματικές δυσκολίες αλλά και τις πραγματικές δυνατότητες του επαναστατικού στην ουσία δρόμου που προτείνουμε δεν θα μας αποξενώσει από τις λαϊκές τάξεις, αλλά αντίθετα θα επιτρέψει να διαμορφώσουμε πλευρές μιας άλλης ηγεμονίας. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη σοσιαλιστική προοπτική δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαία συνθήκη κάθε αναμέτρησης με το ερώτημα του προγράμματος.

Και πρέπει να πούμε ότι τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν και από τη μελέτη της ίδιας της εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι που καθιστά αναγκαία και τη συλλογική και έμπρακτη αυτοκριτική για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν σημαίνει «αυτομαστίγωμα» των συντροφισσών και των συντρόφων που συμμετείχαν στο ΣΥΡΙΖΑ και που αντιστάθηκαν στη δεξιά πορεία του. Σημαίνει ότι βγάζουμε τα αναγκαία συμπεράσματα για το πρόγραμμα, τη συγκρότηση, την κατεύθυνση ΣΥΡΙΖΑ. Οφείλουμε να δούμε την εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ, συμπεριλαμβανομένης της διακυβέρνησης, ως ένα μεγάλο πείραμα από το οποίο βγάζουμε συμπεράσματα: για την κομβικότητα της προετοιμασίας για ρήξη με ευρώ, ΕΕ και χρέος, για το πρόγραμμα ως μετασχηματισμό, για την ανάγκη μεγάλων θεσμικών ανατροπών. Διαφορετικά, είναι ως εάν να λέμε ότι όλα πήγαιναν καλά και απλώς συνωμότησε η ομάδα Τσίπρα, κάτι που καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Όπως επίσης πρέπει να βγάλουμε και άλλα συμπεράσματα: η υποτίμηση των αγώνων προς όφελος των εκλογών, η λογική της προεκλογικής ανάθεσης, η άρνηση αναμέτρησης με τα «κακώς κείμενα» του συνδικαλιστικού κινήματος, όταν ήρθε η ώρα σήμαιναν ότι είχαμε ένα αποδιαρθρωμένο λαϊκό κίνημα τη στιγμή που έπρεπε να κινητοποιήσουμε το λαό. Και φυσικά εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι το ερώτημα της «αριστερής κυβέρνησης» αποκτά νόημα –και παύει να είναι «βασιλική οδός» για την ήττα και την ενσωμάτωση– μόνο όταν συνδυάζεται με ένα αυτόνομο λαϊκό κίνημα και το ξεδίπλωμα πρωτότυπων μορφών μιας σύγχρονης «δυαδικής εξουσίας».

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο κρίσιμο κόμβο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άφησε μόνο μια κληρονομιά συνθηκολόγησης, αλλά και μια κληρονομιά κοινοβουλευτικής αντίληψης της πολιτικής, μια κληρονομιά αστικής πρακτικής της πολιτικής. Και αυτό στην Αριστερά πήρε διάφορες μορφές ιστορικά αλλά και πρόσφατα: αναπαραγωγή ιεραρχιών και ηγεσιών που μπορεί να μην εκφράζουν τις σύγχρονες αναζητήσεις και γενιές· διαγκωνισμό για την παρουσία στα ΜΜΕ και την εκλογική ανάδειξη· αντιμετώπιση της κομματικής βάσης ως εκλογικού μηχανισμού· αντίληψη του συνδικαλισμού ως απλής διαμόρφωσης ευνοϊκών κομματικών συσχετισμών και όχι ως καθημερινής δράσης για την ανασυγκρότηση της εργατικής αντίστασης.

Η ΛΑΕ δεν έχει δείξει ακόμη ότι κάνει πολιτική με έναν άλλο τρόπο, με έναν τρόπο που να μετασχηματίζει τη σχέση εκπροσώπησης σε σχέση συμμετοχής και σε νέα πολιτικοποίηση του λαϊκού παράγοντα. Ο τρόπος που αναπαράγεται μια πολύ παραδοσιακή δημόσια παρουσία των στελεχών που απλώς απευθύνονται στο λαό, η αναπαραγωγή ενός μηχανισμού που σε μεγάλο βαθμό έγινε αυτόκλητα και όχι με βάση συλλογική επεξεργασία και σχεδιασμό όπως και ιεραρχιών που δεν έχουν προκύψει από την ίδια τη συλλογική συζήτηση και δράση της ΛΑΕ, δεν βοηθάει την οικοδόμηση μιας άλλη σχέσης με το λαό. Μας κάνουν να δείχνουμε απλώς ένα ακόμη αντιπολιτευτικό παραδοσιακό κόμμα και όχι μια νέα πολιτική και κοινωνική δυναμική.

Ούτε η κουβέντα που γίνεται για το οργανωτικό παραπέμπει μέχρι τώρα σε άλλη αντίληψη για την πολιτική. Μπορεί το προτεινόμενο καταστατικό να έχει εγγυήσεις αντιπροσωπευτικότητας των διαφορετικών ρευμάτων αλλά δεν κατοχυρώνει εκείνη τη δημοκρατική λειτουργία που να κάνει τη ΛΑΕ εργαστήριο μιας νέας πολιτικής.

Αντίστοιχα, σε μια περίοδο που η κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος αγγίζει την ανυποληψία και η τοπική αυτοδιοίκηση γίνεται ενεργητικός βραχίονας του μνημονιακού σχεδίου, δεν συζητήσαμε όσο έπρεπε για το τι σημαίνει ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, με νέες μορφές, πρακτικές και σχήματα, ούτε για το πώς θα έχουμε ριζοσπαστικά τοπικά κινήματα. Αντίθετα, αυτό που είδαμε ήταν διατήρηση των συνεργασιών με τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα των «συσχετισμών» και της παρουσίας μέσα σε «μηχανισμούς». Δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε τον Τσίπρα σε όλους τους τόνους και να συνδιοικούμε με την παράταξή του τη μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας, ιδίως όταν η επικεφαλής της Ρ. Δούρου και οι συνεργάτες έχουν δείξει και τη μνημονιακή τους προσήλωση και τη διάθεσή τους να εξυπηρετήσουν επιχειρηματικά συμφέροντα όπως του Μελισσανίδη ή του Μπόμπολα. Δεν μπορούμε να καλούμε σε αγώνες αλλά να παραμένουμε μέρος του προβλήματος του παραγοντισμού και της πολιτικής συναλλαγής με κυβέρνηση και εργοδότες στη ΓΣΕΕ και το ΕΚΑ. Έτσι δεν πείθουμε ότι όντως έχουμε ένα σχέδιο για να βγει στο προσκήνιο ξανά το κίνημα.

Εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι: σχέδιο για το κίνημα δεν σημαίνει απλώς να καλούμε σε αγώνες, ή όταν γίνονται αγώνες να φαίνονται οι κομματικές μας σημαίες. Σχέδιο για το κίνημα σημαίνει ότι διαμορφώνουμε την αναγκαία συσπείρωση δυνάμεων, παίρνουμε πρωτοβουλίες συντονισμού, ανασυγκροτούμε ή συγκροτούμε εξ αρχής τις αναγκαίες συλλογικές μορφές, προτείνουμε πρωτοβουλίες και δράσεις, αναζητούμε κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, διαμορφώνουμε κέντρα αγώνα κεντρικά και τοπικά. Ας αναλογιστούμε σε ποιο βαθμό στη συζήτησή μας στις τοπικές αλλά και στα όργανα, για κομβικά ζητήματα όπως τα μνημονιακά μέτρα, οι ιδιωτικοποιήσεις, το προσφυγικό κινηθήκαμε έτσι (συλλογικά και πέραν των σημαντικών πραγμάτων που έκαναν μέλη της ΛΑΕ). Ακόμη και πιο συστηματική καμπάνια μας, αυτή για το ασφαλιστικό, καθαυτή σημαντική, ήταν κατά βάση καμπάνια ενημέρωσης-αποκάλυψης, όχι οικοδόμησης κινήματος. Αντιμέτωποι με την πρόκληση της απάντησης στο νέο γύρο της επίθεσης (Υπερταμείο, νέος εργασιακός νόμος κ.λπ.) αυτά πρέπει να μας απασχολήσουν πολύ σοβαρά.

Όμως, δεν μας λείπει μόνο το σχέδιο για το κίνημα, μας λείπει και το σχέδιο για την Αριστερά. Ας μη γελιόμαστε, είμαστε σε ένα οριακό σημείο που καλούμαστε όχι να «ενώσουμε» αλλά να επανιδρύσουμε την Αριστερά από τις πιο καθημερινές έως τις πιο στρατηγικές πλευρές της. Αυτό βάζει μια διπλή πρόκληση, τόσο συσπείρωσης όλου του φάσματος των αριστερών ριζοσπαστικών αναζητήσεων, όσο και ριζικού μετασχηματισμού και νέας συνάντησης με κοινωνικές δυναμικές. Η ΛΑΕ έχει τη δυνατότητα σε ένα τοπίο που σφραγίζεται από την απογοήτευση και την ιδιώτευση, που ενισχύεται και από την αυτιστική αναδίπλωση του ιερατείου του Περισσού και από την περιχαράκωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να κάνει τη διαφορά. Να μιλήσει για το αναγκαίο μέτωπο, όχι ως συγκόλληση κορυφής αλλά ως το εργαστήρι μιας νέας πολιτικοποίησης και την αφετηρία νέων πρωτοβουλιών και πειραματισμών για τα κινήματα. Μια τέτοια συνεπής μετωπική λογική μπορεί να αποσπάσει κόσμο από την επιρροή του Περισσού, να τραβήξει ανένταχτο κόσμο από την συλλογική κατάθλιψη και να τον επαναστρατεύσει, να φέρει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε κοινές πρακτικές, να κάνει τη ΛΑΕ τον κρίσιμο κόμβο συλλογικής αναμέτρησης με την αγωνία για μια άλλη Αριστερά. Αντ’ αυτού δίνουμε την εντύπωση ότι κυρίως διεκδικούμε ότι «εμείς είμαστε το μέτωπο» και όποιος θέλει ας έρθει, υποτιμώντας ότι απέχουμε πολύ από το να έχουμε τους όρους του μετώπου. Αυτό δεν αφορά μόνο «κεντρικές απευθύνσεις». Στην πραγματικότητα η αδυναμία να πάμε τολμηρά σε πρωτοβουλίες για αγωνιστικό πόλο στο συνδικαλισμό (στο δρόμο π.χ. της ΟΕΝΓΕ) ή ο αντιφατικός τρόπος που είδαμε το σημαντικό προχώρημα στη φοιτητική νεολαία, ή ότι δεν έχουμε μια συντονισμένη στάση στο προσφυγικό και την αλληλεγγύη (την ίδια ώρα που γύρω από τις αυτόνομες πρακτικές αλληλεγγύης ή τις καταλήψεις προκύπτουν πειράματα με βάθος και σημαντικό αντίκτυπο), αναπαράγει το έλλειμμα μετωπικής πολιτικής και εξακολουθεί να μας κάνει μέρος του προβλήματος.

Επιπλέον, ο τρόπος που δώσαμε βάρος απλώς στο να μπορέσουμε να ξαναστηθούμε, βιαστικά, ως οιονεί εκλογικός και επικοινωνιακός μηχανισμός και όχι ως ουσιαστική πολιτική διαδικασία, όπως και η υποτίμηση της ανάγκης να γίνει έγκαιρα και ουσιαστικά αποτίμηση και συζήτηση (ουσιαστικά τώρα αρχίζουμε να συζητάμε), δεν κατάφερε και να κρατήσει ένα δυναμικό κοντά μας. Αντί να διευρυνόμαστε έχουμε τάσεις αποσυσπείρωσης και το βλέπουμε και στις τοπικές. Αντί να διεμβολίζουμε άλλα ρεύματα, βλέπουμε το αντίθετο. Άλλες πρωτοβουλίες προκύπτουν όπως η Πλεύση Ελευθερίας που απλώς αναπαράγουν τον κατακερματισμό και τις αποκλίνουσες στρατηγικές. Όλα αυτά συγκεφαλαιώνουν πραγματικά δικά μας ελλείμματα ως προς την πολιτικοποίηση, το βαθμό που είναι ουσιαστικές οι διαδικασίες μας, τη δημόσια εικόνα και την προσπάθεια να είμαστε κέντρο πολιτικών πρωτοβουλιών. Δείχνουν τα όριά μας και μας καλούν να αναμετρηθούμε με αυτά. Χωρίς αυταρέσκειες και ιδιοκτησιακές λογικές.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ΛΑΕ είναι μόνο μέρος του προβλήματος; Όχι, η αναγκαία αυτοκριτική μας δεν μπορεί να παραβλέψει ότι σήμερα η ΛΑΕ, ως πρώτη συνάντηση ανάμεσα στα αριστερά κομμάτια που διαφοροποιήθηκαν από τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς, αποτελεί αναγκαία και αναντικατάστατη αφετηρία οποιασδήποτε προσπάθειας επανίδρυσης της Αριστεράς. Αναγκαία αλλά όχι επαρκής...

Όμως, αυτό σημαίνει ότι η συνδιάσκεψη είναι αφετηρία ρήξης με όλες τις μέχρι τώρα πεπατημένες:
- Να βγάλουμε αυτοκριτικά συμπεράσματα από τη διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της ΛΑΕ και να κάνουμε πραγματικές τομές με την ίδια μας την τωρινή φυσιογνωμία, να τολμήσουμε να είμαστε η έμπρακτη αυτοκριτική της Αριστεράς
- Να ξαναδούμε το πρόγραμμα και την κατεύθυνση ξεφεύγοντας από τα όρια μιας γενικόλογης αντιμνημονιακής ρητορείας και επεξεργαζόμενοι όχι άθροισμα αιτημάτων αλλά «άλλο δρόμο» ρήξης με το ευρώ και την ΕΕ, δρόμο για τη νέα διαλεκτική εθνικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής χειραφέτησης, δρόμο για το ξεδίπλωμα της λαϊκής πρωτοβουλίας, το νέο δυνάμει ιστορικό μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης και του πολιτισμού, τη σύγχρονη σοσιαλιστική προοπτική.
- Να ολοκληρώσουμε τη ρήξη όχι απλώς με το πολιτικό, αυτοδιοικητικό και συνδικαλιστικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στην πραγματικότητα με τον πυρήνα μιας αστικής σύλληψης της πολιτικής, δοκιμάζοντας νέους τρόπους κινηματικής και αγωνιστικής παρέμβασης και απεύθυνσης. Να επεξεργαστούμε σχέδιο για την ανασύνθεση του κινήματος σε όλα τα επίπεδα και για τη ανασυγκρότηση των αντιστάσεων μπροστά στο νέο γύρο της επίθεσης με νέες πρωτότυπες μορφές συντονισμού και κλιμάκωσης. Με συμβολή στον αναγκαίο ενωτικό αγωνιστικό ταξικό πόλο για ένα εργατικό κίνημα που να ανταποκρίνεται στην εποχή της επισφάλειας και του νέου εργοδοτικού δεσποτισμού. Με μετωπικές πρωτοβουλίες σε όλους τους χώρους της νεολαίας. Με πρωτοπόρα δράση στα τοπικά, στην αντιφασιστική πάλη, στην αλληλεγγύη.
- Να τολμήσουμε να επανιδρύσουμε τη ΛΑΕ. Με ανώτερη δημοκρατία και συνεχή πειραματισμό. Με άλλη συντροφικότητα και συλλογικότητα σε όλα τα επίπεδα της δράσης. Με έμφαση στην πρωτοβουλία των αγωνιστριών/αγωνιστών και όχι στην αδράνεια των μηχανισμών. Με πολιτική και όχι διεκπεραιωτική λειτουργία των τοπικών, ενδιάμεσα όργανα που να λειτουργούν ως πεδία συντονισμού, τομεακές λειτουργίες όπου οι ίδιες/οι οι αγωνιστές να χαράσσουν γραμμή για τα κινήματα, πλατύ διάλογο σε όλα τα επίπεδα, περιορισμό έμφαση σε αρχές όπως η εναλλαγή και η αποπροσωποποίηση αντί για την κλασική εικόνα της ιεραρχίας και της «ηγεσίας» (ας δούμε π.χ. πόσο καλό έχει κάνει στην Καταλανική και συνονόματη CUP η ευλαβική τήρηση κανόνων για τις εναλλαγές και τα όρια στις θητείες).

Η ιστορία δεν μας χρωστάει. Εμείς χρωστάμε στο λαό και στο κίνημα. Κάναμε λάθη, χάσαμε χρόνο και ανθρώπους, ευκαιρίες και δυνατότητες. Όμως, η ιστορία έχει περισσότερη φαντασία από /εμάς και διαρκώς αναδύονται δυνατότητες παρέμβασης και δράσης. Μας δίνει μια ευκαιρία ακόμη. Ας μην την σπαταλήσουμε. Ας κάνουμε τη ΛΑΕ τον καταλύτη που έχει σήμερα ανάγκη το τοπίο της Αριστεράς για να σταματήσουμε να κάνουμε πολιτική με σφιγμένα δόντια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
22/08/2019 - 13:51

Το σαπούνι θα πρέπει εξαρχής να μην το πάρουμε στα σοβαρά· ίσως γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να το πάρουμε στα σοβαρά.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.