ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΔΙΕΘΝΗ |
Τρί, 27/09/2016 - 14:07

Το νόημα πίσω από την εκλογή της Τερέζας Μέυ


Η ανέλιξη της Τερέζας Μέυ από υπουργός Εσωτερικών σε πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας αναγγέλλεται ως μια «φανταστική στιγμή» και ως απόδειξη ότι οι Συντηρητικοί είναι μίλια μπροστά στην ισότητα των φύλων.

Αυτή την εβδομάδα, στη συζήτηση «Ερωτήσεις προς τον πρωθυπουργό» στη Βουλή των Κοινοτήτων, η Mέυ άδραξε την ευκαιρία να αξιοποιήσει το ιστορικό γυναικών πρωθυπουργών του κόμματός της προκειμένου να αποκτήσει προβάδισμα έναντι των Εργατικών:

«Στα χρόνια μου στο κοινοβούλιο, έχω ακούσει πολλές φορές το Εργατικό Κόμμα να ρωτάει τι κάνει το Συντηρητικό Κόμμα για τις γυναίκες. Εξακολουθεί να μας κάνει πρωθυπουργούς!»

Κατόπιν επιβεβαίωσε την επί μακρόν δέσμευσή της για περικοπές των δημόσιων δαπανών, δικαιολογώντας τη λιτότητα ως απλώς τη «ζωή στο μέτρο των δυνατοτήτων μας».

Πίσω από τον εορτασμό της Mέυ ως εμβλήματος της προόδου των γυναικών, υπάρχει μια ζοφερή πραγματικότητα: η πολιτική της υπέρ της λιτότητας και η δεξιά προσέγγισή της στο μεταναστευτικό ζήτημα υπόσχονται ένα άθλιο μέλλον στις πιο ευάλωτες γυναίκες της Βρετανίας.

Η συμμετοχή των Βρετανίδων στην πολιτική αποτελεί σχετικά νέο φαινόμενο. Στις αρχές του 1900 το «να είσαι γυναίκα», ιδιαίτερα της μεσαίας και ανώτερης τάξης, περιοριζόταν στην ιδιωτική, οικιακή σφαίρα. Όφειλες να είσαι στοργική μητέρα, καλή μαγείρισσα και τακτική στο καθάρισμα· πρόκειται για μια ιδεολογία που ενίσχυσε τον αποκλεισμό των γυναικών από τη σφαίρα της πολιτικής, της εξουσίας και της επιρροής.

Οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ύστερα από δεκαετίες αγώνων. Σε αυτό το κλίμα, ήταν αδιανόητο μια γυναίκα να έχει ηγετικό ρόλο στη βρετανική πολιτική σκηνή. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 και του 1970, ωστόσο, οι αμερικανικοί φεμινιστικοί αγώνες έβαζαν αιτήματα –όπως οι ίσες αμοιβές, η ίση πρόσβαση στην εργασία και η πολιτική εκπροσώπηση– που έβρισκαν απήχηση με το βρετανικό φεμινιστικό κίνημα που ήταν σε άνθιση.

Οι ιδεολογικές και νομοθετικές νίκες των κινημάτων αυτών άλλαξαν όσα πίστευε ο κόσμος για τις ικανότητες των γυναικών και τις επιδιώξεις που ήταν σε θέση να θέτουν. Αναμφισβήτητα, αυτές οι νίκες κατέστησαν δυνατή την έλευση της Μάργκαρετ Θάτσερ και της Τερέζας Μέυ· ως εκ τούτου, και οι δύο έχουν μια θέση στην ιστορία του φεμινιστικού κινήματος, θέση όμως που είναι άβολη.

Τα τελευταία χρόνια, η ταυτότητα των πολιτικών υποψηφίων –του Σαντίν Χαν ως μουσουλμάνου, της Χίλαρι Κλίντον ως γυναίκας και του Μπαράκ Ομπάμα ως μαύρου– έχει γίνει ολοένα και πιο σημαντική στις εκλογές. Η ταυτότητα αξιοποιείται συχνά για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε μια απρόσιτη πολιτική ελίτ και τους απλούς ψηφοφόρους. Καθώς το χάσμα αυτό μεγαλώνει και τα συμφέροντα της σύμμαχης του κεφαλαίου πολιτικής τάξης μας αποσυνδέονται ολοένα και περισσότερο από την εργατική πλειοψηφία, παρατηρούμε περισσότερες απελπισμένες προσπάθειες χρησιμοποίησης της ταυτότητας για σύνδεση με τους ψηφοφόρους.

Ας δούμε την αναμέτρηση για την προεδρία των Εργατικών: η υποψήφια Άντζελα Ήγκλ σχεδόν σε κάθε της συνέντευξη επαναλάμβανε ότι είναι η δυνατή γυναίκα υποψήφια, βόρειας και εργατικής καταγωγής· ο Όουεν Σμιθ πλασάρεται ως ο κανονικός (δηλαδή ετεροφυλόφιλος) υποψήφιος μετά συζύγου. Στην αναμέτρηση για την προεδρία των Συντηρητικών, δόθηκε πολλή σημασία στη χριστιανική ταυτότητα του Στήβεν Κραμπ και στη μητρότητα της Άντρεα Λήντσομ, στην προσπάθεια σύνδεσής τους με τις ταυτότητες του δεξιών τάσεων κοινού. 

Η πραγματικότητα διαψεύδει την κίβδηλη αλληλεγγύη των πολιτικών αυτών. Οι γυναίκες έγιναν φτωχότερες επί Θάτσερ και οι μαύροι Αμερικανοί έγιναν φτωχότεροι επί Ομπάμα. Οι γυναίκες θα γίνουν ακόμα φτωχότερες με τη λιτότητα της Μέυ στη Βρετανία.

Το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική των ιθυνόντων και τις δικές μας εμπειρίες μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Στην πρώτη ομιλία της ως πρωθυπουργού, η Μέυ επιστράτευσε τη γλώσσα της «κοινωνικής δικαιοσύνης» για τη «μέση εργατική οικογένεια». Ωστόσο, η δέσμευσή της για πολιτική λιτότητας θα οξύνει τη διαφορά μεταξύ ρητορείας και πραγματικότητας – μια διαφορά καθορισμένη από ταξικά συμφέροντα, που δεν σβήνεται με κενές επικλήσεις σε ταυτότητες.

Αυτό ασφαλώς δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη. Κοινή ταυτότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αλληλεγγύη. Μολονότι η ύπαρξη μαύρων πρόεδρων και γυναικών πρωθυπουργών αντανακλά την επιτυχία παλαιότερων αγώνων για απελευθέρωση, οι ίδιοι δεν είναι απαραίτητο ότι προωθούν αυτούς τους αγώνες. Εκείνο που μετράει πραγματικά είναι ποιους δεσμεύονται να υπηρετούν.

 

Κενές χειρονομίες

Από την εκλογική νίκη των Συντηρητικών το 2010, η Μέυ έχει συμβάλει στην εφαρμογή ενός προγράμματος λιτότητας που ευθύνεται για τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την αναδιανομή του πλούτου από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους.

Οι περικοπές στην πρόνοια έχουν πλήξει περισσότερο τις γυναίκες. Ολοένα και περισσότερο οι γυναίκες βασίζονται σε συμβάσεις μηδενικού χρόνου απασχόλησης που δεν εγγυώνται αρκετά χρήματα για να τα βγάλουν πέρα, δουλεύουν περισσότερες από ποτέ σε δουλειές μερικής απασχόλησης, και ο πραγματικός μισθός τους έχει μειωθεί περισσότερο σε σχέση με των αντρών. Γονείς έχουν στραφεί σε τράπεζες τροφίμων προκειμένου να ταΐσουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους, και γνωρίζουμε ότι η φροντίδα των παιδιών ήδη βαραίνει περισσότερο τις γυναίκες. Τo μοντέλο αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις έγχρωμες γυναίκες. Στα Μίντλαντς, η ανεργία των γυναικών που ανήκουν σε μειονότητες στο Κόβεντρυ αυξήθηκε κατά 74,4% μεταξύ 2009 και 2013.

To «Refuge», μια οργάνωση για την ενδοοικογενειακή βία, εκτιμά πως κάθε βδομάδα 2 γυναίκες δολοφονούνται από νυν ή πρώην σύντροφό τους, ενώ 3 γυναίκες κάθε βδομάδα αυτοκτονούν για να ξεφύγουν από την κακοποίηση. Η μείωση της οικονομικής ανεξαρτησίας και η αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας ωθούν τις γυναίκες πίσω στο σπίτι.

Σε συνδυασμό με την εντεινόμενη στεγαστική κρίση, με τον αποδεκατισμό της κοινωνικής στέγασης, τις περικοπές και τους περιορισμούς στα επιδόματα και την εκμετάλλευση από τους ιδιοκτήτες, πολλές γυναίκες παραμένουν σε σχέσεις κακοποίησης μην έχοντας εναλλακτική. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο ζοφερή: 32 καταφύγια ειδικά για κακοποιημένες γυναίκες έκλεισαν απ’ το 2010 ώς το 2013 λόγω μείωσης της χρηματοδότησης.

Οι μετανάστριες χωρίς χαρτιά έχουν πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, γεγονός που αποτρέπει την εγκατάστασή τους σε καταφύγια. Ως εκ τούτου, πολλές καταφεύγουν στην ενοικίαση. Όμως η νομοθετική πράξη για τους μετανάστες της Τερέζας Μέυ το 2016 εξουσιοδότησε τους ιδιοκτήτες να ελέγχουν τα χαρτιά των μεταναστών ενοικιαστών και να κάνουν έξωση σε όσους δεν έχουν. Το αντίκτυπο στις μετανάστριες που έχουν υποστεί βία είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε στο εξωτερικό ήταν τεράστιο.

Το 2014 η Μέυ ισχυρίστηκε ότι ήταν «αποφασισμένη όχι απλώς να μειώσει αλλά να βάλει τέλος στη βία κατά των γυναικών». Η πολιτική λιτότητας που ακολούθησε όμως φανερώνει ότι αυτό ήταν μια κούφια επίκληση στο λαϊκό ηθικό αίσθημα – ένα προσωπείο για να συγκαλύψει τις βάναυσες συνέπειες της λιτότητας στα θύματα κακοποίησης. Δεν αρκεί όμως που η πρωθυπουργός υποστήριξε ολόψυχα τις περικοπές σε δομές που σώζουν ζωές, όπως τα τα καταφύγια, αλλά επίσης συγκάλυψε τη σεξουαλική κακοποίηση και τη βία που λάμβανε χώρα πίσω από τους τοίχους του κέντρου κράτησης μεταναστών Yarl’s Wood.

Στο Yarl’s Wood κρατούνται γυναίκες υπό απέλαση. Η έρευνα που έγινε από την ομάδα Women Against Rape αποκάλυψε ότι το 70% των γυναικών που βρίσκονται εκεί έχουν ήδη υποστεί σεξουαλική βία: συγκλονιστικό νούμερο που δείχνει πόσο πολλές γυναίκες έρχονται στην Βρετανία για να γλιτώσουν από τη βία. Γνωρίζουμε από τις μαρτυρίες πολλών νυν και πρώην κρατουμένων ότι η κλίμακα της κακοποίησης εντός της δομής είναι τεράστια. Βέβαια δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τον ακριβή αριθμό, όχι γιατί δεν υπάρχει αλλά γιατί η Μέυ αρνείται να τον δώσει στη δημοσιότητα.

Η αιτιολογία της; Ότι η αποκάλυψή τους θα μπορούσε να «επηρεάσει δυσμενώς τα εμπορικά συμφέροντα» εταιριών όπως η G4S και η Serco, που βοηθούν στη λειτουργία του κέντρου κράτησης. Μια τέτοια δημοσιοποίηση όμως θα τη διευκόλυνε στο «να βάλει τέλος στη βία κατά των γυναικών». Αλλά η πρωθυπουργός εξακολουθεί να σιωπά διότι η δέσμευσή της είναι ξεκάθαρα στις μεγάλες εταιρείες και στο κεφάλαιο, ενάντια στα συμφέροντα ευάλωτων γυναικών που αναζητούν στέγαση και ασφάλεια.

Η περιφρόνηση της Μέυ για τις μετανάστριες δεν σταματά εκεί. Το 2014 το Υπουργείο Εσωτερικών προσπάθησε να απελάσει τη Χάρριετ Νάκιγκουντ –μια λεσβία από την Ουγκάντα που είχε υποστεί διορθωτικό βιασμό– διότι αρνήθηκε να πιστέψει τη ΛΟΑΤ ταυτότητά της. Μόνο χάρη στις προσπάθειες επίμονων ακτιβιστών και δικηγόρων, η υπόθεση της κερδήθηκε με έφεση. Η Αντερόνκη Απάτα, μια ακτιβίστρια της ΛΟΑΤ κοινότητας που αντιμετώπιζε θανατική ποινή και ομοφοβική αυτοδικία στη Νιγηρία λόγω της σεξουαλικότητάς της, επίσης δεν πήρε άσυλο από το Υπουργείο Εσωτερικών. Οι γυναίκες αυτές είναι μονάχα δύο από τις πολλές γυναίκες που δεν θεωρήθηκαν αρκετά ομοφυλόφιλες ή αρκετά σε κίνδυνο ώστε πάρουν άσυλο στη Βρετανία. Γι’ αυτές η Μέυ αποτελεί φεμινιστικό εφιάλτη.

Όπως έγραψε και η Άντζελα Ντέιβις στο Γυναίκες, κουλτούρα και πολιτική:

«Πρέπει να πασχίζουμε “να ανεβάζουμε καθώς ανεβαίνουμε” [. . .] πρέπει να ανεβαίνουμε με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζουμε ότι όλες οι αδελφές μας, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, όπως και, ναι, όλοι οι αδερφοί μας ανεβαίνουν μαζί με εμάς. Αυτή πρέπει να αποτελεί τη βασική δυναμική του αγώνα μας για εξουσία.»

Αυτό που εννοεί η Ντέιβις είναι ότι στον αγώνα για την κοινωνική πρόοδο κανένας δεν πρέπει να μένει πίσω – και ιδιαίτερα οι πιο καταπιεσμένοι. Αναφέρεται στον φιλελεύθερο φεμινισμό του τέλους του ’80, όπου τα αιτήματα των κυρίως λευκών, μεσαίας τάξης φεμινιστριών είτε αγνοούσαν τις έγχρωμες καταπιεζόμενες γυναίκες (πχ. παραλείποντας το ζήτημα της αναγκαστικής στείρωσης από το κίνημα για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα) είτε λειτουργούσαν ενεργά εναντίον τους (π.χ. ζητώντας αυξημένη αστυνόμευση στις φτωχιές γειτονιές έγχρωμων με σκοπό την καταπολέμηση της σεξουαλικής βίας).

Το ιστορικό της Μέυ δείχνει ότι ο διορισμός της στην πρωθυπουργία ανεβάζει μόνο την ίδια και την τάξη της. Και καθώς ανεβαίνει τραβάει μαζί της και τη σκάλα.

 

Λάθος επιλογές

Δύο διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις πολώνουν τη συζήτηση σχετικά με την Τερέζα Μέυ και τον φεμινισμό. Η μία εντοπίζει την πρόοδο στην εκπροσώπηση και στην ισότητα εντός του συστήματος, ενώ η δεύτερη εντοπίζει την άνιση θέση των γυναικών στις δομές, στην πολιτική, στις τακτικές και στα συμφέροντα που διαμορφώνουν το σύστημα στο σύνολό του.

Γίνεται ιδεολογική δουλειά για τη στήριξη της πρώτης κοσμοαντίληψης και τη συσκότιση του εγγενούς σεξισμού της κοινωνίας μας. Για παράδειγμα, κάποιοι προφητεύουν ότι η Μέυ μπορεί να «ενισχύσει τη νέα δύναμη της γυναικοκρατίας»: γυναίκες πολιτικοί με γυναικεία χαρακτηριστικά, ικανές να συμμαζέψουν το χάλι που άφησαν οι άντρες πολιτικοί. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η Μέυ είναι η πιο φεμινίστρια πρωθυπουργός μέχρι σήμερα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η θέση της Μέυ θα κανονικοποιήσει τη θέση της γυναίκας στη διοικούσα ελίτ της κοινωνίας, καθιστώντας δήθεν ευκολότερη την ανέλιξη των απλών γυναικών.

Όμως, τι ανέλιξη να έχει μια γυναίκα στο Yarl Wood, που περιμένει να απελαθεί προς τον θάνατο ή τον διορθωτικό βιασμό της; Μπορεί το φύλο της Τερέζας Μέη να εμποδίσει το κλείσιμο καταφυγίων για θύματα κακοποίησης;

Σε τελική ανάλυση, το θέμα είναι αν συμβιβαζόμαστε με την ισότητα εντός του συστήματος ή αν παλεύουμε για την απελευθέρωση απ’ αυτό συνολικά. Η Τερέζα Μέυ ως πρωθυπουργός, όπως και η Θάτσερ πριν από αυτήν, αναπαριστά μια γυναίκα που αποκτά ίσες ευκαιρίες να καταπιέσει άλλες γυναίκες.

Οι εξυπνότεροι καπιταλιστές και οι φίλοι τους στα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα αξιοποιήσουν την Τερέζα Μέυ σαν ευκαιρία για να δυναμώσουν την ιδεολογία της λιτότητας, δίνοντάς της φεμινιστικές πινελιές. Ας ελπίσουμε πως οι περισσότεροι ψηφοφόροι του Ηνωμένου Βασιλείου θα αντιληφθούν ότι πρόκειται για αξεπέραστη γελοιότητα. Μια φεμινιστική νίκη που θα άξιζε να γιορτάσουμε θα ήταν η κατάργηση του προγράμματος λιτότητας και των ρατσιστικών πολιτικών της Μέυ...

πηγή: Jacobin

 

Μετάφραση: Ματίνα Ρούσσου

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ|
02/09/2019 - 13:28

Οι κεντρικοί τραπεζίτες (αντίθετα από τα κινήματα) έχουν καταλάβει ότι έχει έρθει τέλος εποχής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.