ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Henri Lefebvre

Η εισβολή του Μάη


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Διαβάζοντας τις θέσεις και τον προσυνεδριακό διάλογο για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ


Κάθε συνέδριο του ΚΚΕ ήταν παλαιότερα ένα πολιτικό γεγονός για την αριστερά και την εργατική τάξη της χώρας μας. Τα τελευταία όμως χρόνια τα συνέδριά του έχουν μετατραπεί, λόγω της πολιτικής του περιχαράκωσης, σε μια σχεδόν εσωτερική διαδικασία του χωρίς ευρύτερη πολιτική απήχηση και ενδιαφέρον. Είναι ένα εκ των ελάχιστων κομμουνιστικών κομμάτων πανευρωπαϊκά που διατηρεί σοβαρές δυνάμεις μετά την πτώση της ΕΣΣΔ το 1991 παρά την προσήλωσή του στα χαρακτηριστικά του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και την ενίσχυση του δογματισμού του.

Τα τελευταία 15-20 χρόνια το ΚΚΕ κάνει σταδιακά, και με ταχύτερο ρυθμό μετά το 18ο Συνέδριο του 2009, σοβαρές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικής στρατηγικής, φυσιογνωμίας και δράσης στο κίνημα. Εκ των υστέρων, ίσως μπορούμε να πούμε ότι η θεμελιακή αλλαγή ήταν η ίδρυση του ΠΑΜΕ (με το χαρακτήρα του «πόλου» στο συνδικαλιστικό κίνημα που ούτε παράταξη θεωρήθηκε ούτε νέα τριτοβάθμια συνδικαλιστική δομή) και η τακτική σταδιακού αλλά σχεδόν πλήρους διαχωρισμού από το υπόλοιπο εργατικό κίνημα. Μια αλλαγή που μετασχημάτισε σοβαρό μέρος του κομματικού δυναμικού και «εκπαίδευσε» ανεξαρτήτως αρχικών προθέσεων μια ολόκληρη γενιά νέων μελών σε μια ολοένα αυξανόμενη σεχταριστική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα. Και τελικά μεταφέρθηκε τόσο σε άλλα κινήματα με ανάλογες μορφές (ΠΑΣΥ, ΠΑΣΕΒΕ, ΜΑΣ) όσο και στο πολιτικό επίπεδο, όπου από τη γραμμή του 15ου Συνεδρίου[1] για το αντιμονοπωλιακό-αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο (ΑΑΔΜ) και τα αιτήματα-κρίκους ενός επί της ουσίας «μεταβατικού» προγράμματος (με υπαρκτό ενδεχόμενο και τη στήριξη ή συμμετοχή σε μια κυβέρνηση αυτού του μετώπου) φτάσαμε στο 19ο (προγραμματικό) συνέδριο του 2013,[2] όπου στο νέο πρόγραμμα του κόμματος[3] απαλείφεται πλέον κάθε αναφορά σε «μεταβατική» λογική, συμμαχίες ή συνεργασίες με άλλες πολιτικές δυνάμεις και απορρίπτεται κάθε ενδεχόμενο συμμετοχής ή στήριξης σε κυβέρνηση που θα προέλθει από αστικές εκλογές ανεξαρτήτως του προγράμματός της, του επιπέδου κοινωνικής οργάνωσης και προετοιμασίας και της διάθεσης ρήξης εκ μέρους της με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Έτσι, από τις δειλές συνεργασίες σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με άλλες πολιτικές δυνάμεις (ΔΗΚΚΙ, Κομμ. Ανανέωση κ.λπ.) πλέον το ΚΚΕ δεν συνεργάζεται με καμία άλλη πολιτική δύναμη τόσο στο κοινωνικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Από το 19ο Συνέδριο έχει «μεταφράσει» πλέον την έννοια του μετώπου ως μια καρικατούρα «μετώπου» με την επονομασία «λαϊκή συμμαχία» γύρω από τον εαυτό του, που πρακτικά είναι η συμπόρευση των οχημάτων έκφρασής του στους διάφορους κοινωνικούς χώρους (ΠΑΜΕ στο εργατικό κίνημα, ΠΑΣΥ στους αγρότες, ΠΑΣΕΒΕ στους εμποροβιοτέχνες, ΜΑΣ στους φοιτητές, ΟΓΕ στις γυναίκες κ.λπ.). Διόλου τυχαία έχει δεχτεί συχνά κριτική ότι συμμαχεί πρακτικά με τον εαυτό του και τον κοινωνικοπολιτικό περίγυρό του,[4] και γενικότερα για μια στροφή από μια πιο «λαϊκομετωπική» γραμμή σε μια γραμμή που θυμίζει τη σεχταριστική «τρίτη περίοδο» της Γ΄ Διεθνούς στον Μεσοπόλεμο.[5]

Η παραπάνω σύντομη αναδρομή είναι αναγκαία για να δούμε την πορεία εξέλιξης των θέσεων και εκτιμήσεων του ΚΚΕ ενόψει του νέου συνεδρίου του. Οι βασικές θέσεις και οι εκτιμήσεις των συνεδρίων του ΚΚΕ κατά κανόνα δεν προκύπτουν ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά σταδιακά ζυμώνονται στο εσωτερικό του κόμματος και προαναγγέλλονται μεταξύ συνεδρίων από αρθρογραφία στον Ριζοσπάστη, την ΚΟΜΕΠ και τον δημόσιο λόγο των στελεχών του κόμματος. Το επερχόμενο συνέδριο δεν αποτελεί εξαίρεση, γι’ αυτό παράλληλα με αναφορές στο κείμενο των θέσεων θα αναφερθούμε και σε αντίστοιχη αρθρογραφία. Θα επιχειρήσουμε μια κριτική στον πυρήνα της σκέψης και των θέσεων του σημερινού ΚΚΕ χωρίς να μπορούμε για λόγους χώρου να επεκταθούμε σε πιο ειδικές θέσεις του.[6] 

 

Η συζήτηση ενόψει του επερχόμενου 20ού Συνεδρίου

Στον πρόλογο των θέσεων διατυπώνεται ο κεντρικός στόχος του συνεδρίου ως εξής: «Ολόπλευρη ισχυροποίηση του ΚΚΕ μπροστά στο καθήκον της ανασύνταξης του εργατικού κινήµατος και της ανάπτυξης της κοινωνικής συµµαχίας σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, στην πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέµου, για την εργατική εξουσία» (σ. 3). Στη διατύπωση του στόχου διαφαίνονται ήδη οι πολιτικές ιεραρχήσεις και το πλαίσιο της γενικής γραμμής του ΚΚΕ. Θα ασχοληθούμε με αυτά σχολιάζοντας σύντομα τις σημερινές θέσεις του ΚΚΕ για κάποια κεντρικά ζητήματα: τον ιμπεριαλισμό, τον πόλεμο, την επαναστατική κατάσταση, τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό και τα ζητήματα των συμμαχιών και του κόμματος.

 

H θεώρηση του σημερινού ΚΚΕ για τον ιμπεριαλισμό

Η σημερινή ανάλυση του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλισμό είναι σημαντικά αλλαγμένη σε σχέση με παλιότερες.[7] Έχει αποστασιοποιηθεί ρητά πλέον από τη θεωρία της «εξάρτησης», τη διάκριση καθηκόντων ανάλογα με τη θέση και τον ρόλο μιας χώρας στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα και την υιοθέτηση σε τέτοιες περιπτώσεις και αιτημάτων υπεράσπισης της λαϊκής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ενώ σε όψεις αυτή η μετατόπιση έχει και κάποια θετικά στοιχεία (απόρριψη θεωρήσεων «σταδίων» της επαναστατικής διαδικασίας, πιο σύγχρονη ανάλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και μετασχηματισμών στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα), το βασικό είναι ότι πλέον το ΚΚΕ πρακτικά υιοθετεί ένα σχήμα όπου οι περισσότερες χώρες παγκοσμίως έχουν εισέλθει πλέον στο ιμπεριαλιστικό στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και από αυτό συνάγει το συμπέρασμα ότι το καθήκον των κομμουνιστών είναι πλέον αντικειμενικά παντού και με τον ίδιο πάνω κάτω τρόπο η διεξαγωγή της σοσιαλιστικής επανάστασης για την επίλυση της «βασικής» αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας.

Η κριτική που ασκούμε δεν έγκειται στο αν η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει βαθύνει σημαντικά συγκριτικά με έναν αιώνα πριν, στο ότι περισσότερες χώρες παγκοσμίως έχουν αναβαθμιστεί στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και οι μεταξύ τους συσχετισμοί αλλάζουν στο πλαίσιο της διεθνούς κρίσης και της ανισόμετρης ανάπτυξης. Αυτά είναι σωστά και γενικά ορθά αναλύονται στην αρχική ενότητα των θέσεων του συνεδρίου (θέσεις 1-6).[8] Όμως η θέση του ΚΚΕ πλέον πρακτικά καταλήγει σε ένα διακρατικό σύστημα, όπου σχεδόν όλα τα κράτη είναι –ρητά ή άρρητα– ιμπεριαλιστές (με σχέσεις «ανισότιμης αλληλεξάρτησης»).[9] Συνεπώς, δεν τίθεται ή υποτιμάται πλήρως το ζήτημα της θεμελίωσης κάποιας ιμπεριαλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης μεταξύ χωρών[10] (δηλαδή μεταξύ συνολικών - κοινωνικών κεφαλαίων και στο πλαίσιο του μεταξύ τους ανταγωνισμού στο διεθνές επίπεδο) που μετακυλίεται και στις εργαζόμενες - λαϊκές τάξεις των υποδεέστερων χωρών, αλλά μόνο ζήτημα ανάλυσης των μεταξύ τους «ενδοϊμπεριαλιστικών» αντιθέσεων.[11] Και ακριβώς γι’ αυτό υποβαθμίζονται πλέον αισθητά τα καθήκοντα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης για τους λαούς σε αντίστοιχες χώρες και δεν υιοθετούνται πλέον αιτήματα λαϊκής κυριαρχίας, δημοκρατίας και ανεξαρτησίας ως μεταβατικοί «κρίκοι» σε σύνδεση με την αντικαπιταλιστική πάλη για την εξουσία και τον σοσιαλισμό. Και υποτιμώνται για τη χώρα μας τα ζητήματα της πάλης ενάντια στη μνημονιακή επιτροπεία, την ΟΝΕ και την Ε.Ε. Υποτιμώνται εφόσον το ΚΚΕ ρητά λέει ότι δεν πρόκειται να έχουν σε καμία περίπτωση φιλολαϊκό αποτέλεσμα αν δεν προηγηθεί η κατάκτηση της (σοσιαλιστικής) εξουσίας. Ακόμα κι έτσι να είναι, εφόσον όντως η επίτευξή τους από φιλολαϊκή σκοπιά απαιτεί τομές σε επίπεδο εξουσίας και σημαντικά μέτρα πρακτικά σοσιαλιστικού χαρακτήρα, ο τρόπος που το ΚΚΕ το εκφωνεί αυτό στην κοινωνία και κυρίως ο πρακτικός πολιτικός προσανατολισμός που προτείνει στο κίνημα και την κοινωνία περισσότερο παραλύει παρά τονώνει λαϊκά - κοινωνικά υπόγεια ρεύματα που αναπτύσσονται σε τέτοιες κατευθύνσεις.

Αυτή η ρητή άρνηση τέτοιων «μεταβατικών» αιτημάτων, που παγιώθηκε στα προηγούμενα συνέδρια, επαναδιατυπώνεται και στις θέσεις του 20ού Συνεδρίου (θέσεις 38 και 46). Σε αντιδιαστολή, προβάλλονται πρακτικά μόνο «καθαρά» ταξικά (οικονομικά) αιτήματα και σχεδόν όλα συνδέονται πλέον με τη σοσιαλιστική εξουσία, που προβάλλει σχεδόν ως άμεσο αίτημα για κάθε χώρα και συγκυρία, ακριβώς επειδή «αντικειμενικά» οι περισσότερες χώρες βρίσκονται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Έτσι, η τακτική καταλήγει να είναι απλώς η διεκδίκηση τέτοιων οικονομικών αιτημάτων με βάση τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες χωρίς την υιοθέτηση οποιουδήποτε πολιτικού αιτήματος και στόχου στο κίνημα είτε αυτό αφορά τα μνημόνια, το χρέος, την ΟΝΕ – Ε.Ε. μέχρι και τις εθνικοποιήσεις (που δεν υιοθετούνται ως αίτημα επειδή είναι «λαθεμένη συσχέτιση της κρατικής καπιταλιστικής επιχείρησης με τη σοσιαλιστική παραγωγική μονάδα» – βλ. θέση 45). Η απουσία τέτοιων στόχων πάλης, που θα μπορούσαν συσπειρώνοντας πλατιές μάζες σε αγωνιστική ριζοσπαστική κατεύθυνση να δημιουργήσουν πραγματικούς κινδύνους για τη σταθεροποίηση του συστήματος μέσα την κρίση, καθιστά το σημερινό ΚΚΕ πρακτικά ελάχιστα επικίνδυνο για το επίσημο πολιτικό σύστημα.

Στο ίδιο πλαίσιο, υιοθετείται συστηματικά και μια επί της ουσίας στάση ίσων αποστάσεων σε κρίσιμα μέτωπα που ξεδιπλώνεται η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα στον πλανήτη (π.χ. Συρία, Ουκρανία). Ενώ αναλύονται γενικά ορθά οι επιμέρους ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις που ξεδιπλώνονται, υποτιμώνται πλήρως οι εσωτερικές αντιθέσεις στα μέτωπα αυτά και πρακτικά το ΚΚΕ δεν καλεί σε κάτι άλλο πέρα από το να υπάρξει αυτόνομη ταξική παρέμβαση και να μην παλεύουν οι λαοί «κάτω από ξένη σημαία» θεωρώντας ότι κάθε άλλη στάση πρακτικά σημαίνει ακολουθητισμό σε κάποια ιμπεριαλιστική δύναμη.[12] Αν μη τι άλλο, μια στάση που μικρή σχέση έχει με την παράδοση των περισσότερων εκδοχών κομμουνιστικής αριστεράς στην αντιμπεριαλιστική αλληλεγγύη σε μαχόμενους λαούς παρά τις αντιφάσεις που υπήρχαν σε κάθε μέτωπο και ακόμα και αν οι ηγεσίες τους ήταν αστικές, ακόμα και αυταρχικές (π.χ. Γιουγκοσλαβία, Ιράκ,[13] Λιβύη κ.λπ.).

Το ότι σε τελική ανάλυση και αντικειμενικά η βασική αντίθεση είναι η αντίθεση του κεφαλαίου και εργασίας είναι σωστό. Όπως είναι σωστό και ότι υπάρχει η ανάγκη και οι δυνατότητες σήμερα για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό και αυτή δεν θα είναι ρόδινος δρόμος αλλά ένας δρόμος ριζικών ανατροπών και ρήξεων επαναστατικού χαρακτήρα. Αυτά όμως υποδεικνύουν γενικά στρατηγικά κριτήρια για την πάλη μας και δεν λένε κάτι από μόνα τους για τη συγκεκριμένη κατάσταση και συγκυρία κάθε χώρας, τον συσχετισμό, τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις που έχει κάθε ιδιαίτερη σοσιαλιστική μετάβαση. Δεν λένε τίποτα δηλαδή για μια, αναγκαστικά γενική έστω, εκτίμηση των ιδιαίτερων πιθανών δρόμων γι’ αυτή τη μετάβαση και άρα για τη χάραξη μιας συγκεκριμένης τακτικής γι’ αυτή στη χώρα μας. Όλα αυτά πλέον υποτιμώνται συνειδητά από το ΚΚΕ.[14] Γι’ αυτό άλλωστε άλλαξε το πρόγραμμα του Κόμματος στο 19ο συνέδριο. Στο πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου[15] πέραν της γενικής στρατηγικής αναφέρεται, με έναν γενικό τρόπο προφανώς, μια τακτική και ένα εύρος ενδεχομένων για την ιδιαίτερη πορεία μετάβασης στον σοσιαλισμό για τη χώρα μας. Αντιθέτως, στο πρόγραμμα που υιοθετήθηκε στο 19ο Συνέδριο[16] πλέον αναφέρονται τα καθήκοντα του Κόμματος αφού ξεσπάσει «αντικειμενικά» η επαναστατική κατάσταση και με γενικό τρόπο το πώς οικοδομείται ο σοσιαλισμός αφού εγκαθιδρυθεί η σοσιαλιστική εξουσία, και απολύτως τίποτα για την πορεία, τις πιθανές καμπές και την τακτική με την οποία θα βελτιώνεται ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός και θα προσεγγιστεί η κατάκτηση της εξουσίας πριν και κατά τη διάρκεια της επαναστατικής κατάστασης. Σε μεγάλο βαθμό, λοιπόν, υπάρχει πρακτικά ολοένα και μεγαλύτερη ταύτιση τακτικής και στρατηγικής στον λόγο του ΚΚΕ.[17] 

 

Η αντίληψη για την επαναστατική κατάσταση

Η απουσία «μεταβατικής» λογικής πλέον δημιουργεί ένα έλλειμμα απάντησης στο πώς προσεγγίζεται η δράση σε μη επαναστατικές συνθήκες για να επιχειρείται η βελτίωση του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού και να προετοιμαστεί το κόμμα για την περίοδο μιας επαναστατικής κατάστασης. Το έλλειμμα αυτό απαντιέται πλέον από το ΚΚΕ με έναν τριπλό τρόπο: αφενός με την πλήρη «αντικειμενικοποίηση» της επαναστατικής κατάστασης, αφετέρου με την καταφυγή σε ένα «εξωγενές» αίτιο που θα λειτουργήσει καταλυτικά για το ξέσπασμά της, και τέλος με την υποτίμηση της δυνατότητας κατακτήσεων σήμερα και πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Το ΚΚΕ πλέον αναφέρεται συχνά και μονόπλευρα στο γνωστό χωρίο από το έργο Η χρεκοπία της Β΄ Διεθνούς του Λένιν για τα χαρακτηριστικά και την αντικειμενικότητα της επαναστατικής κατάστασης.[18] Ο πλήρως αντικειμενικοποιημένος τρόπος που το κάνει όμως αφαιρεί σχεδόν κάθε ενεργητικό ρόλο παρέμβασης στη συγκυρία και τις καμπές της για το πολιτικό υποκείμενο. Περιορίζοντάς το πρακτικά σε έναν ρόλο εκφώνησης της γενικής στρατηγικής του στην κοινωνία και κινητοποιήσεων ρουτίνας με πρακτικά προπαγανδιστικό ρόλο για να στρατολογεί, να «οικοδομεί» και να συντηρεί το δυναμικό του αναμένοντας την εντελώς αντικειμενικοποιημένη επαναστατική κατάσταση που κάπως εξωγενώς θα προκύψει. Δεν πιστεύουμε προφανώς ότι η επαναστατική κατάσταση είναι προϊόν κάποιου βολονταρισμού της «πρωτοπορίας». Ούτε όμως θεωρούμε επαρκή πολιτική παρέμβαση στη συγκυρία απλώς την «ανάδειξη των υπευθύνων» για την κρίση και τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις και τη γενική προβολή οικονομικών αιτημάτων παράλληλα με το σύνθημα της λαϊκής εξουσίας - σοσιαλισμού είτε ως ζύμωση είτε υπόρρητα ως άμεση λύση ειδικά αν θεωρούμε (και εμείς και το ΚΚΕ) ότι βρισκόμαστε σε μη επαναστατικές συνθήκες. Η σχέση κόμματος και τάξης (και γενικότερα αριστεράς και κινήματος) είναι διαλεκτική και έχει ένα στοιχείο αντικειμενικότητας του ενός ως προς το άλλο μέσα σε μια πολιτική συγκυρία. Δηλαδή, η κατάσταση της τάξης (και του κινήματος) επάγει αποτελέσματα στα πολιτικά υποκείμενα της αριστεράς, όπως και το ανάποδο, η κατάσταση και η ποιότητα της παρέμβασης των πολιτικών υποκειμένων της αριστεράς επάγει αποτελέσματα και τροποποιεί την κατάσταση του κινήματος. Και αυτό σε περιόδους κρίσης, όπου οι παλιές βεβαιότητες και συσχετισμοί κλονίζονται, αποκτά κρίσιμη σημασία, η υποκειμενική παρέμβαση μπορεί να είναι καταλυτική σε περιόδους όπου συμπυκνώνεται ο ιστορικός χρόνος, μπορεί να τροποποιήσει άρδην κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.[19] Και σε περίπτωση ξεσπάσματος επαναστατικής κατάστασης να έχει διαμορφώσει καλύτερους όρους στην κοινωνία ήδη από πριν ώστε η μορφή και το βάθος της να έχουν καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Και γι’ αυτό το αν ο συσχετισμός παραμένει δυσμενής ή χειροτερεύει κιόλας δεν πρέπει να αποδίδεται κυρίως ή μόνο στις (προφανώς δύσκολες) αντικειμενικές συνθήκες αλλά αναγκαστικά υποδεικνύει και σημαντικές υποκειμενικές ευθύνες για όλα τα πολιτικά υποκείμενα, στον βαθμό που αναλογεί στον καθένα φυσικά. Σε απόσταση από μια τέτοια ανάγνωση, το ΚΚΕ αναπτύσσει εκ νέου την άποψή του για τη σχέση κόμματος και κινήματος (θέσεις 64-67)[20] επιμένοντας στην άρνηση ορισμού «μεταβατικών» αιτημάτων και στόχων πάλης και στην προβολή βασικά της στρατηγικής αντίληψής του ως κύριου στοιχείου.  

 

Το ζήτημα του πολέμου

Το έλλειμμα «μεταβατικής» λογικής απαντιέται από το ΚΚΕ, όπως είπαμε, τόσο με την υιοθέτηση του σχήματος για την επαναστατική κατάσταση που αναφέραμε παραπάνω όσο όμως και με μια αναγκαία καταφυγή σε ένα «εξωγενές» αίτιο που θα λειτουργήσει καταλυτικά για το ξέσπασμά της (ελλείψει οποιασδήποτε σημαντικής αναφοράς πλέον στην «ενδογενή» κινηματική και πολιτική τακτική του υποκειμένου για την προετοιμασία της). Και αυτό το αίτιο ολοένα και πιο καθαρά είναι ο πόλεμος για τις αναλύσεις του Κόμματος τα τελευταία χρόνια,[21] κάτι για το οποίο έχει δεχτεί λίγη κριτική έως τώρα.[22]

Το σχήμα που εμφανώς υιοθετεί το ΚΚΕ πλέον είναι ένα σχήμα άρρητης παρομοίωσης της σημερινής συγκυρίας με τη συγκυρία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και από αυτό θεωρεί ότι εξάγει παρόμοια καθήκοντα με τα καθήκοντα των μπολσεβίκων τότε. Στο πλαίσιο αυτό, ασκεί σταδιακά όλο και μεγαλύτερη κριτική στη στάση των κομμουνιστών στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο[23] και εμφανώς πλέον έχει υποβαθμίσει τις αναφορές στο πιο «αντιφατικό» μετωπικό ΕΑΜ αναβαθμίζοντας όλο και περισσότερο τις αναφορές στον «ταξικό» χαρακτήρα του ΔΣΕ, που πάλεψε ένοπλα για την εξουσία.[24]

Η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται και στη θέση 44 για το επερχόμενο συνέδριο και αποτελεί και σημείο αρκετής συζήτησης και στον προσυνεδριακό διάλογο που διεξάγεται. Αυτή η γενική θέση που έχει πλέον το ΚΚΕ αναγορεύει κάθε πόλεμο σε «ιμπεριαλιστικό», πόλεμο μεταξύ ιμπεριαλιστικών χωρών (εφόσον πρακτικά σχεδόν όλες οι χώρες έχουν περάσει στο ιμπεριαλιστικό στάδιο) και φυσικά και εδώ καταλήγει λιγότερο ή περισσότερο ρητά σε καθήκοντα πάλης του κινήματος για την ήττα όλων των εμπλεκόμενων αστικών τάξεων. Εμείς επισημαίνουμε ότι δεν διαφωνούμε με την εκτίμηση ότι σε καιρούς κρίσης και όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων αναβαθμίζεται το ενδεχόμενο αρχικά περιφερειακών και προοπτικά ίσως και γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Και αυτό φυσικά απαιτεί ανάλογη αντιμπεριαλιστική - αντιπολεμική παρέμβαση και προετοιμασία του κινήματος και της αριστεράς ήδη από τώρα. Η κριτική μας αφορά τον τρόπο που αρθρώνεται πλέον στην αντίληψη του ΚΚΕ το ζήτημα της επαναστατικής κατάστασης, του χαρακτήρα των πολέμων και άρα τα αντίστοιχα καθήκοντα προετοιμασίας του κινήματος και του κόμματος γι’ αυτά.[25] Σημειώνουμε επίσης ότι η γενική θέση αντιφάσκει εμφανώς με τις πιο «προσεκτικές» θέσεις για το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύρραξης (θέση 12), που αποφεύγουν να καταλήξουν ρητά στο ίδιο συμπέρασμα, κάτι που έχει αναδειχτεί κριτικά και στον προσυνεδριακό διάλογο.[26] 

 

Η υποτίμηση των κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών

Το τρίτο στοιχείο που συνάδει με το κενό και την αδυναμία αντίληψης της ανάγκης μιας «μεταβατικής» λογικής είναι η υποτίμηση των λαϊκών κινηματικών αντιδράσεων διεθνώς και στη χώρα μας, και των πολιτικών μετασχηματισμών που συντελούνται.

Το ΚΚΕ υποτίμησε σε όλη την περίοδο της κρίσης τον σημαντικό κύκλο κινητοποιήσεων που ξέσπασαν διεθνώς και στη χώρα μας (απεργιακός κύκλος 2010-12, κίνημα Πλατειών, αντιφασιστικό - αντιρατσιστικό κίνημα κ.λπ.) όπως υποτίμησε και μια σειρά νεολαϊστικων κινητοποιήσεων πριν από αυτή την περίοδο (κίνημα κατά του άρθρου 16, Δεκέμβρης ’08). Η προσέγγιση του Κόμματος καταλήγει στο ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα απόσπασης κατακτήσεων στην περίοδο που διανύουμε και άρα οι κινητοποιήσεις έχουν πρακτικά προπαγανδιστικό χαρακτήρα και χαρακτήρα συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από την κατεύθυνση που προτείνει το Κόμμα μέσω των οχημάτων έκφρασής του στους αντίστοιχους κοινωνικούς χώρους (ΠΑΜΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ κ.λπ.) στη λογική συσσώρευσης δυνάμεων ενόψει μελλοντικών εξελίξεων που περιγράψαμε παραπάνω.

Επίσης, θεωρεί ότι κινήματα όπου η μορφή οργάνωσης απέχει από την κλασική σωματειακή μορφή και το περιεχόμενο πάλης των κινητοποιήσεων δεν είναι το πλαίσιο πάλης που προτείνεται από τις δυνάμεις του Κόμματος ενισχύουν πολιτικά αστικές ή «οπορτουνιστικές» δυνάμεις τελικά. Και γι’ αυτό επιλέγει συχνά την πλήρη απαγκίστρωση και απουσία από αυτά χωρίς να δίνει τη μάχη της ηγεμονίας εντός τους. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, που ακολουθεί χρόνια, στις θέσεις 49-50 του επερχόμενου συνεδρίου, κεντρικοποιεί ως στόχους την μεγαλύτερη κομματική οικοδόμηση στο εργατικό κίνημα και την πάλη κατά του «οπορτουνισμού» (σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς αν δεν υπερισχύουν ακόμα οι συνδικαλιστικές δυνάμεις των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ που δεν συγκαταλέγονται στις «οπορτουνιστικές» αλλά στις αστικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα). Αυτή η λογική όμως νομιμοποιεί την πλήρη άρνηση κοινής δράσης και συνεργασιών με συνδικαλιστικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς εφόσον τις θεωρεί «οπορτουνιστικές». Και καταλήγει στη λογική της «Κοινωνικής Συμμαχίας»[27] (βλ. θέσεις 56-63), που είναι πρακτικά η συμπόρευση των οχημάτων έκφρασής του στους διάφορους κοινωνικούς χώρους όπως αναφέραμε.

Σαν συνέχεια της υποτίμησης των κινηματικών διεργασιών των τελευταίων χρόνων, το ΚΚΕ υποτιμά και το βάθος των πολιτικών διεργασιών που συντελούνται στις λαϊκές και εργαζόμενες τάξεις. Αναλύει τους πολιτικούς μετασχηματισμούς θεωρώντας τους αποκρυστάλλωση αποκλειστικά ενδοαστικών αντιθέσεων στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μετασχηματισμού του αστικού πολιτικού συστήματος, που γίνεται για να ενσωματώσει τις λαϊκές αντιδράσεις λόγω της κρίσης (θέσεις 27-32). Θεωρεί συλλήβδην όλες τις αντιφατικές μεν αλλά σχετικά ριζοσπαστικές μετατοπίσεις στη λαϊκή συνείδηση προϊόν απλής χειραγώγησης και όχι αποτέλεσμα των τεκτονικών αλλαγών της κρίσης.[28] Και τελικά τις απαξιώνει θεωρώντας τες απλή ενσωμάτωση σε νέα «αστικά» ρεύματα σκέψης που αναπτύσσονται. Στο πλαίσιο αυτό, όπως απαξιώνει γενικά κάθε άρθρωση «μεταβατικών» αιτημάτων και ειδικότερα γύρω από τα ζητήματα της ΟΝΕ και της Ε.Ε., έτσι ασκεί κριτική συνολικά στο ρεύμα του «ευρωσκεπτικισμού»[29] που αναπτύσσεται διεθνώς και στη χώρα μας θεωρώντας το συλλήβδην αστικό ρεύμα (έστω με δεξιά και αριστερή εκδοχή όπως αναγκαστικά παραδέχεται – βλ.θέση 30-31· στη θέση 30 μάλιστα θεωρεί δυνάμεις όπως η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέρος του αστικού πολιτικού συστήματος!). Δεν θεωρούμε τον όρο «ευρωσκεπτικισμός» δόκιμο και πιστεύουμε ότι πρέπει να διακρίνονται σαφώς ένα (ακρο)δεξιό ρεύμα «προστατευτισμού» και κριτικής στην «παγκοσμιοποίηση» από ένα ρεύμα λαϊκής αριστερόστροφης κριτικής στις συνέπειες του νεοφιελελευθερισμού και της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Το ΚΚΕ, ενώ σχηματικά διακρίνει μεταξύ δεξιού και αριστερού «ευρωσκεπτικισμού», θεωρεί και τα δύο αστικά ρεύματα και δεν διαβλέπει θετικές δυνατότητες για περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση εντός του δεύτερου.  

Η υποτίμηση από το ΚΚΕ του βάθους των κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών και των δυνατοτήτων που αναδεικνύονται από αυτούς στην περίοδο της κρίσης καταλήγει στην υποτίμηση όχι μόνο της ανάγκης κοινής δράσης στο κίνημα και κοινωνικών συμμαχιών όπως αναφέραμε ήδη, αλλά συνεπάγεται και την άρνηση πολιτικών συμμαχιών. Καταλήγει δηλαδή στην πλήρη άρνηση της ανάγκης μιας ενιαιομετωπικής τακτικής στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο και σε μια κατεύθυνση ακραίου σεχταρισμού.

 

Το «κόμμα παντός καιρού»

Όλα τα παραπάνω πρακτικά συνάδουν με τη συνεχή επίκληση τα τελευταία χρόνια του καθήκοντος της «αφομοίωσης» της στρατηγικής του νέου προγράμματος του 19ου Συνεδρίου τόσο για τον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο του ΚΚΕ όσο και για το ίδιο το κομματικό δυναμικό του (βλ. και θέση 43). Οι όποιες αδυναμίες αλλαγής συσχετισμών ή η πολιτική και οργανωτική στασιμότητα αποδίδονται συστηματικά στην αδυναμία να επιτευχθεί αυτή η «αφομοίωση». Αυτό το σχήμα σκέψης δεν μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική αποτίμηση για το αν η πολιτική γραμμή και η στρατηγική είναι ορθή ή λάθος παρά μόνο σε ένα (ιδεαλιστικού τύπου σχεδόν) κυκλικό σχήμα ότι δεν έχει γίνει επαρκώς κτήμα των μελών και στελεχών και δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς, άρα πρέπει να υπάρξει εκ νέου επιμονή σε αυτή εφόσον a priori θεωρείται ορθή. Διόλου τυχαία η εκτενής αναφορά στην αποτίμηση της κομματικής λειτουργίας που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων (4ο κεφάλαιο) για το 20ό Συνέδριο, αλλά και σημαντικό μέρος του προσυνεδριακού διαλόγου εστιάζει συχνά σε τέτοιου τύπου αποτιμήσεις.

Τελικά, αυτή η λογική συνεπάγεται μια διαφοροποιημένη αντίληψη για το κόμμα γενικά και το κομμουνιστικό κόμμα ειδικότερα. Και διόλου τυχαία αυτό έχει κωδικοποιηθεί στην κομματική ιδιόλεκτο με το νεολογισμό «κόμμα παντός καιρού» αντί του κλασικού όρου του «κόμματος νέου τύπου» των κομμουνιστικών κομμάτων. Ο σχετικός προβληματισμός έχει αρχίσει ήδη πριν από το 19ο Συνέδριο[30] και ο νέος όρος «παντός καιρού» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε λόγο της Αλέκας Παπαρήγα λίγο πριν από εκείνο το συνέδριο.[31] Τελικά όμως απέκτησε και θεωρητική έκφραση με ειδική έκδοση της Ιδεολογικής Επιτροπής του κόμματος,[32] ενάμιση χρόνο μετά περίπου.[33] Ο όρος αυτός τελικά συμπυκνώνει τη φυσιογνωμία ενός κόμματος που παρεμβαίνει στο κίνημα βασικά εκφωνώντας τη στρατηγική του και στη βάση αυτή κάνοντας διαρκώς μια ιδιόμορφη αυτόκεντρη κομματική οικοδόμηση. Ενός κόμματος που έχει μια εσωτερική γραφειοκρατική και αντιδημοκρατική λειτουργία σε πλήρη διάσταση με τις σημερινές ανάγκες για ένα κομματικό φορέα της αριστεράς και ειδικά της κομμουνιστικής. Όπου η ηγεσία – «καθοδήγηση» έχει πρακτικά περισσότερα δικαιώματα από τη «βάση», κάτι που συμπυκνώθηκε χαρακτηριστικά στην ανοιχτή επίθεση μελών της (με άρθρα στον Ριζοσπάστη και ομιλίες)[34] σε άρθρα διαφωνούντων στον προσυνεδριακό διάλογο του 19ου Συνεδρίου, καταστρατηγώντας κάθε έννοια ισοτιμίας στον καταστατικά προβλεπόμενο προσυνεδριακό διάλογο.

Σαν συνέχεια αυτών, εντύπωση προκάλεσε η πιο αυστηρή οριοθέτηση του διαλόγου για πρώτη φορά από την επιτροπή προσυνεδριακού διαλόγου[35] για το επερχόμενο συνέδριο. Αφενός με εξομοίωση του ορίου λέξεων για τα άρθρα προσυνεδριακού διαλόγου στην ΚΟΜΕΠ με το όριο που τίθεται και στον Ριζοσπάστη, ενώ παλιότερα το όριο για την ΚΟΜΕΠ ήταν μεγαλύτερο δίνοντας τη δυνατότητα για πιο αναλυτικά άρθρα. Αφετέρου με τη δυνατότητα της επιτροπής να αποφασίσει πού θα δημοσιευτεί κάθε άρθρο (Ριζοσπάστης ή ΚΟΜΕΠ) και κυρίως να μην το δημοσιεύσει αν κρίνει ότι είναι «εκτός των θεμάτων των θέσεων του 20ού Συνεδρίου» ως προς το περιεχόμενο. Εφόσον για παράδειγμα η νέα στρατηγική συζητήθηκε στο προηγούμενο προγραμματικό συνέδριο και θεωρείται πλέον δεδομένη είναι στη διακριτική ευχέρεια της επιτροπής προσυνεδριακού διαλόγου να θεωρήσει «εκτός θέματος» ένα άρθρο που την αποτιμά και της ασκεί κριτική;[36] Εύλογα αυτή η αλλαγή δέχτηκε κριτική από πρώην και νυν μέλη.[37] Ίσως όμως πέτυχε τον σκοπό της, αφού ο σημερινός οριοθετημένος προσυνεδριακός διάλογος εξαντλείται σχεδόν σε άρθρα στήριξης της γραμμής (συχνά από νεότερα στελέχη του κομματικού μηχανισμού) με κριτικές που καλούν σε μεγαλύτερη «αφομοίωση» και επιμονή σε αυτή και ελάχιστα άρθρα που εκθέτουν προσεκτικά μια συνολικότερη διαφωνία.[38]

 

* Ο Χρίστος Τουλιάτος είναι μέλος του Π.Γ. της ΛΑΕ.

 

 

πηγή: laiki-enotita.gr

 

 

[6]  Όπως π.χ. για τη γραμμή σε επιμέρους κινήματα, τα ελληνοτουρκικά, την πρόσφατη αλλαγή στάσης στο Κυπριακό (για την οποία μια σύντομη κριτική κάναμε στο σημείο που αναφέρεται στο «Για το Κυπριακό σήμερα», 12.1.2017.

[7] Ίσως η πιο ολοκληρωμένη παρουσίασή της είναι το σχετικά πρόσφατο άρθρο του Μάκη Παπαδόπουλου στο τεύχος 4 του 2016 της ΚΟΜΕΠ «Η επικαιρότητα της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού». Νέο άρθρο του Βασίλη Όψιμου (που δεν υπάρχει ακόμα διαδικτυακά) για το ζήτημα υπάρχει και στο τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ (τχ. 2, 2017), το οποίο απαντά σε κριτικές που ασκήθηκαν στο πρώτο άρθρο. Αξίζει να επισημάνουμε ότι το συγκεκριμένο άρθρο του Μάκη Παπαδόπουλου έχει σοβαρές μετατοπίσεις συγκριτικά με παλιότερες σχετικές αναλύσεις του ΚΚΕ, παρόλο που οι παραπομπές του είναι αποκλειστικά σε κείμενα του Λένιν και παλιότερα άρθρα και κείμενα μελών του ΚΚΕ. Πέραν των κύριων σημείων που αναφέρονται παραπάνω, στο κείμενό μας αξίζει να αναφέρουμε ένα δευτερεύον αλλά ίσως ενδεικτικό σημείο. Όσα αναφέρει για τον Χίλφερντινγκ και την επιρροή του στον Λένιν δεν έχουν μεγάλη σχέση με όσα έγραφε παλιότερα το ΚΚΕ (και οι παλιότερες σοβιετικές αναλύσεις) γι’ αυτό. Αντιθέτως είναι εντυπωσιακά παρόμοια με αναλύσεις του Γιάννη Μηλιού για το ζήτημα. Για τους προσεκτικούς αναγνώστες, τέτοιες ομοιότητες στο άρθρο δεν εξαντλούνται μόνο στο ζήτημα του Χίλφερντινγκ. Παρόμοιες «επιρροές» δείχνει να έχει και το δεύτερο άρθρο του Βασίλη Όψιμου (π.χ. στο πώς πλέον το ΚΚΕ ορίζει το «μονοπώλιο» όχι πλέον ως «οργανωτική μορφή της παραγωγής», δηλαδή ατομικό κεφάλαιο, «αλλά ως ανάπτυξη του ίδιου του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης, ως στάδιο όπου το κεφάλαιο “παίρνει άμεσα τη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου”») . Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι είναι απλή σύμπτωση κάτι τέτοιο.

[8] Όλες οι αναφορές σε θέσεις είναι από τις θέσεις της Κ.Ε. του ΚΚΕ για το επερχόμενο 20ό Συνέδριο.

[9] Κριτική που ασκείται δικαίως στο άρθρο «Η “διόρθωση” του “οπορτουνιστή” Λένιν (ή πώς η ηγεσία του ΚΚΕ αναθεωρεί το λενινισμό)» του Βασίλη Λιόση, παρά τις επιμέρους διαφορές μας με τη γενική ανάλυσή του.

[10]  Όπως συνοπτικά τεκμηριώνει μια τέτοια άποψη ο Γιώργος Οικονομάκης στο «Ο “νόμος” του Μαρξ και η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση».

[11] Ενδεικτικές είναι π.χ. οι αναφορές στο ζήτημα της απόκλισης των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ χωρών της Ε.Ε. τόσο στο κείμενο των θέσεων (θέση 17) όσο και στο άρθρο του Μάκη Παπαδόπουλου (ΚΟΜΕΠ 4.2016, σ. 45). Εντός της ΟΝΕ η ένταση της απόκλισης αυτής αποτελεί μορφή εμφάνισης όχι μόνο της ανισομετρίας της ανάπτυξης λόγω των διαφορετικών επιπέδων παραγωγικότητας της εργασίας και της καπιταλιστικής συσσώρευσης εσωτερικά σε κάθε χώρα αλλά και δευτερογενώς λόγω της μεταφοράς αξίας σε διεθνές επίπεδο εξαιτίας αυτών των διαφορών και μέσω της διαδικασίας του διεθνούς ανταγωνισμού σε ενδοκλαδικό και διακλαδικό επίπεδο σε μια αγορά ενιαίου νομίσματος. Από τον δεύτερο λόγο τεκμαίρεται η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση σε οικονομικό επίπεδο εντός Ε.Ε., κάτι που μπορεί να γενικευτεί και σε άλλες περιπτώσεις, όπου όμως υπάρχει η διαφορά της ύπαρξης διακριτών νομισμάτων και ανάλογης «προστασίας». Θεωρούμε ότι αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό φυσικά και με άλλους λόγους πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος για την ανάλυση της ανισοτιμίας των σχέσεων μεταξύ χωρών. Για το ΚΚΕ οι σχετικές αναφορές δείχνουν να αφορούν μόνο τους όρους της εσωτερικής καπιταλιστικής ανάπτυξης των χωρών και περιορίζονται συχνά στην αναφορά στις περιπτώσεις μεταξύ μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών. Τι άραγε να συναγάγει κανείς για τη σχέση μεταξύ ισχυρών χωρών και υποδεέστερων οικονομικά χωρών; Μια απλή προβολή και σε αυτή την περίπτωση της περίπτωσης μεταξύ μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ή κάτι άλλο; Το ΚΚΕ δείχνει να υπονοεί σαφώς το πρώτο πλέον αν και δεν το έχει διατυπώσει τόσο ρητά ακόμα από όσο ξέρουμε.

[12] Ενδεικτικό για την περίπτωση π.χ. της Συρίας είναι το άρθρο «Η στρατιωτικο-πολιτική εξίσωση στη Συρία» του Ελισαίου Βαγενά, υπεύθυνου του τμήματος Διεθνών Σχέσεων της Κ.Ε. του ΚΚΕ, στο τεύχος 1 του 2016 της ΚΟΜΕΠ.

[13] Την επέμβαση των ΗΠΑ άραγε στο Ιράκ μετά την (καταδικαστέα) εισβολή του τελευταίου στο Κουβέιτ το 1991 θα έπρεπε αναδρομικά να τη θεωρήσει κανείς ενδοϊμπεριαλιστική αντίθεση έστω μεταξύ δυνάμεων ανισότιμης ισχύος; Και ήταν λάθος η στήριξή μας στην ιρακινή αντίσταση το 2003;

[14] Μπορεί να δει κάποιος και την αντίστοιχη πολιτική επιχειρηματολογία γι’ αυτή την υποτίμηση σε πολλά άρθρα, ενδεικτικά αναφέρουμε δύο από μέλη του Π.Γ. του ΚΚΕ, ένα πιο συνοπτικό του Γιώργου Μαρίνου τον Οκτώβριο του 2012 πριν από το 19ο συνέδριο με τίτλο «Ορισμένα ζητήματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος μέσα από την πείρα του ΚΚΕ» και ένα πιο εκτενές του Δημήτρη Γόντικα στο 4ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ το 2011 με τίτλο «Σύγχρονα προβλήματα της ταξικής πάλης και ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος».

[15] Βλ. την ενότητα Γ από το «Πρόγραμμα του ΚΚΕ».

[17] Βλ. σχετικά εύστοχα άρθρα κριτικής γι’ αυτό: Τάσος Κωνσταντίνου, «Λαμβάνουμε υπ’ όψιν τις επικρατούσες κάθε φορά συνθήκες ή δουλεύουμε με τη στρατηγική μας;»· Αντώνης Νταβανέλος «Οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ προς το 20ό Συνέδριό του», 23.12.2016· όπως και ένα σχετικό πιο συνολικό άρθρο κριτικής από τον Θοδωρή Μαράκη «Θέσεις και αντιθέσεις – 20ό Συνέδριο ΚΚΕ», 14.2.2017.

[18] Χαρακτηριστικά συμπυκνώνεται και στην αντίστοιχη ενότητα του νέου προγράμματος του 19ου Συνεδρίου με τίτλο «Ειδικότερα για την επαναστατική κατάσταση», αλλά και σε μια εκλαϊκευτική ανάρτηση για το συγκεκριμένο θέμα ενόψει του 20ού Συνεδρίου με τίτλο «Για τη σχέση υποκειμενικού και αντικειμενικού παράγοντα». Παρά τη σχετικοποίηση που επιχειρείται σε λίγες φράσεις, η ουσία της ανάρτησης παραμένει αυτή που αναφέρουμε κριτικά.

[19] Και για να μην αναφέρουμε σύγχρονα παραδείγματα που σηκώνουν πολλή συζήτηση, αναφέρουμε απλώς το παράδειγμα του ΚΚΕ των αρχών του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, που από κόμμα λίγων εκατοντάδων μελών με σημαντικά χτυπημένο οργανωτικό ιστό από τη δικατορία Μεταξά κατάφερε να ηγηθεί της εποποιίας του ΕΑΜ και του ΔΣΕ και να αποκτήσει λίγες εκατοντάδες χιλιάδες μέλη. 

[20] Και ειδικά στις δύο πρώτες (θέσεις 64-65), όπου αναφέρει συμπυκνωμένα την ουσία της «αριστερίστικης» στη μορφή στροφής του ως «τράβηγμα του κλαριού από την άλλη πλευρά» για παλιότερα δεξιά ρεφορμιστικά - λεγκαλιστικά λάθη του. Ενδεικτικό γι’ αυτή την τοποθέτηση είναι και το συλλογικό άρθρο του Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ στο τεύχος 6 του 2013 της ΚΟΜΕΠ «Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ». Δεν χαρακτηρίζουμε το σημερινό ΚΚΕ αριστερίστικο παρά μόνο στη μορφή, επειδή δεν έχει τον κινηματισμό - βολονταρισμό ή τον αντικοινοβουλευτισμό του κλασικού αριστερισμού. 

[21] Εντελώς ενδεικτική είναι η τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα για το θέμα· η πλήρης (αρκετά ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική για όσα αναφέρουμε σχετικά) τοποθέτηση υπάρχει εδώ.

[22] Μια εξαίρεση στην απουσία κριτικής για το θέμα είναι το τελευταίο μέρος του αρκετά εύστοχου άρθρου της Δώρας Μόσχου «Πόλεμος πατήρ πάντων;».

[23] Για όλα αυτά βλ. ενδεικτικά ένα συλλογικό άρθρο του Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ στην ΚΟΜΕΠ πριν από το 19ο Συνέδριο (τχ. 6, 2012) «Ο Λένιν για τον πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών».

[24] Δεν θα μπούμε εδώ στην υπαρκτή ιστορική και πολιτική συζήτηση για το αν όντως ο ΔΣΕ πολέμησε εξαρχής με στόχο τη λαϊκή εξουσία ή την ένοπλη πίεση για κάποιον (ανέφικτο) συμβιβασμό με τις αστικές δυνάμεις. Στη συζήτηση αυτή μπαίνει πλέον όλο και περισσότερο και με αρκετά αυτοκριτικό τρόπο και το ίδιο το ΚΚΕ, βλ. ενδεικτικά την ενότητα με τίτλο «Η κλιμάκωση του ταξικού αγώνα του ΔΣΕ» σε άρθρο στο τεύχος 4 του 2016 της ΚΟΜΕΠ «Ζητήματα ένοπλης ταξικής πάλης». Θα σταθούμε απλώς στο ότι η εμπειρία του ΕΑΜ και του ΔΣΕ είναι αποτέλεσμα μιας ενιαίας αντιφατικής μαζικής διαδικασίας που οδήγησε στην πιο κοντινή στην κατάληψη της εξουσίας, την πιο ηρωική αλλά και πιο τραγική στιγμή για την κομμουνιστική αριστερά στη χώρα μας. Κριτική αποτίμηση πρέπει να γίνεται για να κατανοούνται τα τακτικά και στρατηγικά λάθη που οδήγησαν στην ήττα, αρκεί να μην πετά κανείς και το μωρό μαζί με τα απόνερα της γέννας...

[25] Για μία σχετική κριτική βλ. «Ο πόλεμος στη στρατηγική του ΚΚΕ».

[26] Για μια σχετική κριτική που αναδεικνύει εύστοχα αυτή την αντίφαση παρά τις επιμέρους διαφωνίες σε κάποια σημεία, βλ. Θοδωρής Μαράκης «Προσυνεδριακός διάλογος ΚΚΕ: Προβληματισμοί μελών σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά», 14.3.2017.

[27] Που αντικαθιστά πλέον την έννοια της «Λαϊκής Συμμαχίας» πιθανότατα για να μη θυμίζει καθόλου πλέον την παλιότερη «λαϊκομετωπική» άποψη του ΚΚΕ, την οποία πλέον έχει απορρίψει με το νέο πρόγραμμά του. Για μια εξαιρετικά εύστοχη κριτική στον χαρακτήρα της Κοινωνικής Συμμαχίας όπως εκφέρεται από το σημερινό ΚΚΕ, βλ. Θοδωρής Μαράκης «ΚΚΕ: Κοινωνική Συμμαχία… αλλά χωρίς κόμματα (…και με προαποφασισμένο πρόγραμμα)!», 23.3.2017.

[29] Βλ. και σχετικό άρθρο της ΚΟΜΕΠ «Για τον “ευρωσκεπτικισμό” και το Σχέδιο Β΄» (τχ. 2, 2014).

[30] Βλ. το χαρακτηριστικό άρθρο της Ελένης Μπέλλου, μέλους του Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ ήδη από το 2011 «Ιδεολογική κρίση – προγραμματική ανασυγκρότηση».

[33] Για μια σχετική κριτική, βλ. και Γιώργος Πετρόπουλος «Το “κόμμα παντός καιρού” σε αντικατάσταση του κόμματος νέου τύπου».

[36] Κάτι τέτοιο πιθανότατα έγινε με αυτό το κείμενο για τις αλλαγές της στάσης του Κόμματος για την Κούβα.

[38] Σε αντίθεση με τον ανοιχτό διάλογο με πολλά άρθρα διαφωνίας και κριτικής στο 18ο και 19ο Συνέδριο, μέχρι τις αρχές Μαρτίου ίσως το μόνο άρθρο ανοιχτής συνολικής διαφωνίας ήταν αυτό του Δημήτρη Αγκαβανάκη, παλιού συνδικαλιστικού στελέχους της ΑΔΕΔΥ και του ΠΑΜΕ «Οι θέσεις δεν υπηρετούν το στρατηγικό μας στόχο», 18.2.2017. Στις τελευταίες μέρες του διαλόγου δημοσιεύτηκαν και κάποια άλλα (βλ. ενδεικτικά στον διάλογο στο Ριζοσπάστη το κείμενο της Μαυρούλη και το κείμενο του Ράτσικα στις 10.3.2017, το κείμενο του Βασιλείου, το κείμενο Δούρου και το κείμενο του Λαπαναϊτη στις 11.3.2017, καθώς και το κείμενο του Μαρκάκη στις 14.3.2017· επίσης κάποια κριτικά άρθρα δημοσιεύονται και στην τρέχουσα ΚΟΜΕΠ (τχ. 2, 2017) αλλά δεν είναι ακόμα αναρτημένα στο διαδίκτυο: βλ. ενδεικτικά τα άρθρα Κωνσταντίνου, Σαρηγιάννη, Σιδηρόπουλου και Τσιώνου).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
30/05/2023 - 12:10

Η Απάντηση στον Τζων Λιούις συνιστά πριν απ’ όλα μια εξαιρετική εισαγωγή στον μαρξισμό του Αλτουσέρ, ένα αλτουσεριανό μανιφέστο.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
17/01/2023 - 17:34

Ο Φεμινισμός για το 99%, από τα πιο σημαίνοντα κείμενα του ρεύματος της κοινωνικής αναπαραγωγής, είναι γέννημα-θρέμμα της Παγκόσμιας Φεμινιστικής Απεργίας.

ΘΕΩΡΙΑ|
16/12/2021 - 14:44

Τον Νοέμβριο του 1977, από το βήμα του συνεδρίου που διοργάνωσε στη Βενετία η εφημερίδα Il Manifesto, ο Αλτουσέρ αναφωνεί «Επιτέλους, η κρίση του μαρξισμού!».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
09/02/2021 - 16:16

Ένα κίνημα για δημόσιο, δωρεάν και δημοκρατικό πανεπιστήμιο, είναι πρώτα απ’ όλα ένα κίνημα για ανοιχτό πανεπιστήμιο.