ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Henri Lefebvre

Η εισβολή του Μάη


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Τα νέα κινήματα και η καθημερινή επανάσταση


 

Αυτοί που μιλούν για επανάσταση και ταξική πάλη

 χωρίς να μιλούν για την καθημερινή κατάσταση

μιλούν με ένα πτώμα στο στόμα

 

Ένα από τα χαρακτηριστικά του Μάη είναι η ανάπτυξη κινημάτων που δεν είχαν την παραδοσιακή μορφή και διεκδίκηση, είτε του εργατικού, νεολαιίστικου ή αγροτικού κινήματος είτε του δημοκρατικού ή εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Μιλάμε για κινήματα τα οποία αμφισβήτησαν και πολιτικοποίησαν πλευρές της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής που μέχρι τότε δεν αποτελούσαν επίδικα της ταξικής πάλης.

 

«Υπάρχει κάποιος πιο άγνωστος από τον άγνωστο στρατιώτη, η γυναίκα του»

Αν το 1949 το Δεύτερο φύλο της Σιμόν ντε Μποβουάρ αποτέλεσε το ιδρυτικό μανιφέστο του σύγχρονου φεμινισμού («δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι»), το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα είναι παιδί της δεκαετίας του ’60. Οι νέες φεμινίστριες, ενταγμένες στο ίδιο ανατρεπτικό ρεύμα που σάρωνε όλον τον πλανήτη, αμφισβητούν τα δεδομένα της πατριαρχικής δομής των καπιταλιστικών κοινωνιών. Οπλισμένες από τη μαζική είσοδο των γυναικών στην εργασία και την ανώτατη εκπαίδευση, ομάδες ριζοσπαστριών φεμινιστριών άρχισαν να δημιουργούνται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ενσωματώνοντας την πείρα του κινήματος πολιτικών ελευθεριών.

Η διευρυμένη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είχε συνδυαστεί με την αναπαραγωγή πατριαρχικών δομών και την εκμετάλλευση της απλήρωτης γυναικείας εργασίας στο σπίτι, που επιτρέπει την ελάττωση του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Παρά τα βήματα προς την τυπική ισότητα (π.χ. εκλογικό δικαίωμα) και τη σχετικά μαζική είσοδο των γυναικών στον εργασιακό βίο, εντούτοις οι γυναίκες στη δεκαετία του 1960 είχαν ακόμη να αντιμετωπίσουν άνισες σχέσεις μέσα στην οικογένεια, την πιεστική απαίτηση να συμμορφώνονται στο πρότυπο της νοικοκυράς (είτε εργάζονταν είτε όχι), την παραδοχή ότι οφείλουν να προσφέρουν μια εντός ορίων και αυστηρή αναπαραγωγική ηδονή στους συζύγους τους, αλλά και πολυεπίπεδους θεσμικούς αποκλεισμούς από την πλήρη αυτοδιάθεση της ζωής και του σώματός τους, είτε μέσα από την ποινικοποίηση των εκτρώσεων, είτε μέσα από τους φραγμούς στο διαζύγιο.

Το Βιετνάμ αρχικά και ο Μάης αργότερα αποτέλεσαν την τομή που έδωσε ώθηση στην πολιτικοποίηση του κινήματος. Στην Αμερική τα κορίτσια ξεκίνησαν καίγοντας τα σουτιέν τους έξω από τα καλλιστεία γιουχάροντας όσες συμμετείχαν στο παζάρι κρεάτων και συνέχισαν εκδίδοντας κριτικές αναγνώσεις της πατριαρχίας, ενώ το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό» όρισε την προσπάθεια να αναζητηθούν οι σχέσεις καταπίεσης σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής. Ταυτόχρονα, ασκούσαν κριτική στις πατριαρχικές αντιλήψεις που αναπαράγονταν στην αριστερά και το κίνημα. Εάν η καταπίεση ξεκινά από το σπίτι, από τους ρόλους των φύλων στην ανατροφή των παιδιών, τότε δεν μπορεί ο ρόλος της γυναίκας να είναι η λάντζα στο σπίτι, ενώ ο σύζυγος-απεργός αγωνίζεται ή ο σύζυγος-επαναστάτης αγορεύει στα αμφιθέατρα ή τα οδοφράγματα.

Στο μεταξύ στη Γαλλία, την Ιταλία και σταδιακά σε όλη την Ευρώπη, το μαχητικό φεμινιστικό κίνημα κατέβαινε στο δρόμο ζητώντας την ανατροπή του πατριαρχικού πλαισίου σχέσεων, διεκδικώντας νομιμοποίηση των εκτρώσεων, απλούστευση των διαδικασιών διαζυγίου, εύκολη και φτηνή πρόσβαση σε συμβουλές και μέσα αντισύλληψης, σεξουαλική εκπαίδευση και ενημέρωση. Πρωτοπόρες υπήρξαν κυρίως γυναίκες με ριζοσπαστικό προσανατολισμό, καθώς οι επίσημες οργανώσεις της αριστεράς (ιδίως τα κομμουνιστικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης) διατηρούσαν μια αμήχανη έως συντηρητική τοποθέτηση από φόβο μήπως αποκοπούν από τις συντηρητικές «μάζες». Το φεμινιστικό κίνημα απέκτησε μεγάλη απήχηση και συγκρότησε πλατιές πρωτοβουλίες και ευρύτερες συμμαχίες, τόσο με στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης, όσο και με εργάτριες. Πολλές θα είναι οι μορφές παρέμβασης: κέντρα ενημέρωσης, ομάδες γυναικείας αυτογνωσίας, λειτουργία κλινικών που στηρίζονταν στην εθελοντική εργασία. Προσπαθούσαν να σπάσουν στην πράξη τις διάφορες μορφές αντρικής βίας, είτε με συλλογική αυτοάμυνα είτε με την καταγγελία των μορφών εμπορευματοποίησης του γυναικείου σώματος, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν το δικαίωμα στη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Ο παραδοσιακός καταμερισμός των οικογενειακών ρόλων μέσα στην οικογένεια, η ταύτιση γυναίκας και μητρότητας, η αγιοποίηση της πυρηνικής οικογένειας και η μονογαμία ως κοινωνική επιταγή τίθενται στο στόχαστρο και θεωρούνται μορφές αναπαραγωγής της πατριαρχίας και νομιμοποίησης της κοινωνικής ιεραρχίας. Το νόημα της ριζοσπαστικής κριτικής στην οικογένεια στα πρώτα χρόνια της Ρώσικης Επανάστασης ξαναπιάνεται. Δοκιμάζονται μορφές εναλλακτικής συλλογικής συμβίωσης και κοινωνικοποίησης της ανατροφής των παιδιών. Ο γάμος αποϊεροποιείται και αμφισβητείται, η ανθρώπινη επικοινωνία και συντροφικότητα αποσυνδέονται από τις τυπικές μορφές τους.

 

«Proud to be gay»

Στο ίδιο πλαίσιο της πολιτικοποίησης της «ιδιωτικής ζωής» εμφανίζεται και το κίνημα των ομοφυλόφιλων. Διεκδικούν την έξοδο από το γκέτο, την άρνηση δηλαδή της απλής ανοχής στην ομοφυλοφιλία ως ταυτότητα που αναπαράγεται σε συγκεκριμένα και περίκλειστα όρια: «ιδιωτικά», στον «καλλιτεχνικό χώρο», σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, σε «σεσημασμένα» νυχτερινά κέντρα ή σε μορφές τυπικής ή άτυπης πορνείας. Αντίθετα, προβάλλεται η απαίτηση να αναγνωριστεί η ομοφυλοφιλία ως ισότιμη σεξουαλική ταυτότητα, θεσμικά και ιδεολογικά αποδεκτή μέσα στην κοινωνία. Με συμβολικές στιγμές τις συγκρούσεις με την αστυνομία όπως αυτές στο μπαρ Στόουνγουολ της οδού Κρίστοφερ στη Νέα Υόρκη (ακόμη και σήμερα σημείο εκκίνησης των «gay prides»), ή την εμφάνιση περιοδικών που διεκδίκησαν για την ομοφυλοφιλία τον χαρακτήρα ταυτότητας και όχι «διαστροφής», το κίνημα των ομοφυλόφιλων έκανε τότε τα πρώτα βήματά του, συμβάλλοντας στον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της σεξουαλικότητας και τη σχετική απελευθέρωσή της από τα όρια μια καταναγκαστικής ετεροφυλίας.

 

«Το δάσος προηγείται του ανθρώπου η έρημος τον ακολουθεί»

Το άλλο μεγάλο «νέο» κοινωνικό κίνημα που αναδύθηκε μέσα από τη δυναμική των κινημάτων του ’68 ήταν το οικολογικό κίνημα. Στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδείχτηκαν με τον πιο εκρηκτικό τρόπο οι συνέπειες της ανεξέλεγκτης βιομηχανικής ανάπτυξης: το δολοφονικό νέφος του Λονδίνου, η αποκάλυψη των τρομαχτικών συνεπειών από εντομοκτόνα όπως το DDT, η εκτεταμένη μόλυνση ποταμών, η μακρόχρονη μαζική δηλητηρίαση από υδράργυρο στη Μιναμάτα της Ιαπωνίας, το ατύχημα στο Σοβέζο της Ιταλίας υπήρξαν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η εμφάνιση των πρώτων μεγάλων ερευνών για τις συνέπειες στην υγεία και η διαπίστωση μη αντιστρέψιμων αλλαγών σε τοπία φυσικού κάλλους ανέδειξαν τις διαστάσεις του προβλήματος. Κομβικό ρόλο θα παίξει το ερώτημα της πυρηνικής ενέργειας, που αποτελούσε τμήμα του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος και συνδεόταν με την παραγωγή γόμωσης για πυρηνικά όπλα, δίνοντας στην αντίθεση στα πυρηνικά εργοστάσια μια συνολικότερη πολιτική διάσταση. Ταυτόχρονα, εμφανίζονται και οι πρώτες μορφές οικολογικής σκέψης, έστω κι αν αποτελούν ένα ιδιότυπο μείγμα παραδοσιακής φυσιολατρίας, μεταφυσικής αγιοποίησης της φύσης (ειδικά στην καλιφορνέζικη χίπικη «επιστροφή στη φύση» εκδοχή), νοσταλγίας μιας μη τεχνολογικής εποχής και ριζοσπαστικής κριτικής στην επιστήμη και την τεχνική.

Σε πρώτη φάση ο προσανατολισμός υπήρξε γενικά ριζοσπαστικός. Τάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς πρωτοστάτησαν ενάντια στις επεκτάσεις των αεροδρομίων σε βάρος βιοτόπων και παραδοσιακών αγροτικών κοινοτήτων στην Ιαπωνία ή ενάντια στα πυρηνικά εργοστάσια στη Γαλλία και τη Γερμανία. Το οικολογικό κίνημα συνδυαζόταν με την ολόπλευρη αντικαπιταλιστική κριτική στο κυρίαρχο παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Η δράση των κινημάτων αυτών είχε ως αποτέλεσμα τα πρώτα νομοθετήματα για τον περιορισμό της ρύπανσης και τη σχετική ανακοπή της επέκτασης της πυρηνικής ενέργειας.

 

«Η φαντασία στην εξουσία»

Παράλληλα, αναπτύχθηκαν κινήματα κριτικής στη θεσμοποιημένη εκδοχή της γνώσης με ποικίλες μορφές, από την αμφισβήτηση της παρεχόμενης γνώσης εντός των ιδεολογικών μηχανισμών έως τη σύγκρουση με ό,τι οριζόταν ως υπαγωγή της επιστήμης στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η κριτική στην ιατρική επιστήμη και ειδικά στην ψυχιατρική. Η ψυχιατρική αποτυπώνει έμπρακτα το σημείο όπου επιστημονικός λόγος και πειθαρχικές κοινωνικές πρακτικές τέμνονται, εκεί όπου η επιστημονική αυθεντία όχι μόνο νομιμοποιεί μια εξουσιαστική πρακτική, τον εγκλεισμό, αλλά και διαμορφώνει τα κριτήρια κρίσιμων γνωμόνων που ορίζουν τη διάκριση ανάμεσα σε κανονικότητα και παρέκκλιση, αποτελώντας βασικό πυρήνα του –κατά τον Φουκώ– βιοπολιτικού τρόπου άσκησης της εξουσίας. Τα κριτικά ψυχιατρικά ρεύματα, από το ρεύμα της αντιψυχιατρικής στον αγγλοσαξονικό χώρο έως τη ριζοσπαστική ιταλική ψυχιατρική σκέψη, θα προχωρήσουν σε διπλή κριτική: Από τη μία, του κυρίαρχου προτύπου για την ψυχική νόσο, τονίζοντας ότι τα όρια «παθολογικού» και «φυσιολογικού» είναι ασαφή και η παρέκκλιση δεν αποτελεί «παθολογία» αλλά κοινωνικό αποτέλεσμα μια κοινωνίας καταπιεστικής και αλλοτριωτικής. Από την άλλη, του εγκλεισμού, αντιμετωπίζοντάς τον όχι ως νοσηλεία, αλλά ως μορφή πειθαρχικής αντιμετώπισης συμπεριφορών που ξεφεύγουν από τα κυρίαρχα πρότυπα. Με τον τρόπο αυτόν θα συμβάλουν στην ανανέωση της ψυχιατρικής σκέψης, στην ανάπτυξη ανοιχτών μορφών θεραπείας και στην τάση για αποασυλοποίηση.

 

«Δεν υπάρχουν επαναστατικές ιδέες, μόνο επαναστατικές πράξεις»

Τα κινήματα αυτά είχαν μεγάλες κατακτήσεις αλλά και μεγάλες αντιφάσεις. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, έγιναν μεγάλα βήματα διόρθωσης του οικογενειακού δικαίου και κατοχύρωσης δικαιωμάτων στην έκτρωση και την αντισύλληψη, παρά την εχθρότητα και τον συντηρητισμό τόσο της εκκλησίας όσο και της επίσημης αριστεράς. Ακόμη και η συντηρητική παλινόρθωση που θα ακολουθήσει την επιστροφή του νεοφιλελευθερισμού, με ακραίο παράδειγμα τις πυρπολήσεις κλινικών εκτρώσεων και τις δολοφονίες γυναικολόγων από τη θρησκευτική δεξιά στις ΗΠΑ, δεν θα αναιρέσουν τις περισσότερες κατακτήσεις. Δεν θα μπορέσει όμως το φεμινιστικό κίνημα να υπερβεί τα όρια της λευκής μεσαίας τάξης και να δώσει μια απελευθερωτική προοπτική στις γυναίκες του τρίτου και του ισλαμικού κόσμου, αλλά ακόμα και στα εργατικά και μεταναστευτικά στρώματα στο ιμπεριαλιστικό κέντρο. Ούτε θα μπορέσει να ανακόψει την ταυτόχρονη προβολή αφενός του παραδοσιακού οικογενειακού προτύπου και αφετέρου ενός βαθιά αλλοτριωτικού «ηδονισμού» (βλ. και στην Ελλάδα τη νεοπορνογραφική αισθητική των lifestyle περιοδικών). Συχνά ο ριζοσπαστικός φεμινιστικός λόγος δείχνει περισσότερο προσανατολισμένος στο να κατοχυρωθεί ως κριτική θεωρία παρά ως μαζικό κίνημα. Η απελευθέρωση του δικαιώματος σεξουαλικού προσανατολισμού, μια πραγματικά ριζοσπαστική σε κοινωνικό επίπεδο πράξη, συνδέεται πλέον με τη διεκδίκηση του δικαιώματος στον γάμο των ομοφυλοφίλων, θέση που ασπάζονται όχι μόνο αριστερά αλλά και φιλελεύθερα κόμματα. Από την απελευθέρωση της επιθυμίας και του σώματος πέρασε στον αντιδραστικότερο πυρήνα των καπιταλιστικών ιδεολογικών δεσμών, τον γάμο. Τέλος, παρά τα βήματα στην προστασία του περιβάλλοντος, κομμάτια του οικολογικού κινήματος όχι μόνο ενσωματώθηκαν στο πολιτικό κατεστημένο, αλλά και έγιναν η αιχμή του δόρατος μιας βαθιά καπιταλιστικής εκδοχής «πράσινης επιχειρηματικότητας».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα νέα κινήματα ανανέωσαν τις μορφές πολιτικής δράσης. Έδωσαν έμφαση στην αυτονομία των κινημάτων και των κοινωνικών χώρων. Ανέδειξαν την αξία των μορφών κοινωνικής αυτοοργάνωσης και συγκρότησης πρωτοβουλιών βάσης και πρόβαλαν μια έντονα εξισωτική, συμμετοχική τάση και αντιιεραρχική πρακτική, σε αντιδιαστολή με το παραδοσιακό κομματικό και συνδικαλιστικό πρότυπο. Διεύρυναν το πεδίο της αντικαπιταλιστικής αμφισβήτησης και διεκδίκησης. Είχαν όμως και πραγματικά όρια. Η πολλαπλότητα των στόχων συχνά μεταφραζόταν σε πολλαπλότητα υποκειμένων και σε άρνηση της αναγκαιότητας για ενοποιητικά πεδία πολιτικής δράσης. Η κεντρικότητα της εργατικής τάξης και του αντικαπιταλιστικού προσανατολισμού τέθηκε πολλές φορές σε αμφισβήτηση (με ακραία εκδοχή την εχθρότητα φεμινιστικών ή ομοφυλοφιλικών κινημάτων για τον μαρξισμό και την εξ αντανακλάσεως αναπαραγωγή φαλλοκρατικών συμπεριφορών στον χώρο της επαναστατικής αριστεράς). Ο αντιιεραρχικός ζήλος οδήγησε κατά περιπτώσεις στον οργανωτικό αμορφισμό. Η ριζοσπαστική κριτική των κυρίαρχων μορφών κοινωνικής αναπαραγωγής συχνά κατέληγε σε μια «πολιτική των ταυτοτήτων» που άφηνε στο απυρόβλητο τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης, και σήμαινε ότι από την «πολιτικοποίηση της ιδιωτικής ζωής» πηγαίναμε στην «ιδιωτικοποίηση της πολιτικής». Η υπεραισιοδοξία της νέας αμερικανικής αριστεράς ότι η αλλαγή των ονομάτων σημαίνει και αλλαγή των πραγμάτων οδήγησε κάποιες φορές στον ιδιότυπο καθωσπρεπισμό της «πολιτικής ορθότητας».

Τέσσερις δεκαετίες μετά, πολλά από τα συνθήματα που αναδύθηκαν στα νέα κινήματα του Μάη μοιάζουν ιδιαίτερα επίκαιρα. Τα ζητήματα των φύλων, της σεξουαλικότητας, της καταστροφής του περιβάλλοντος, της ψυχοπαθολογίας της καπιταλιστικής καθημερινότητας είτε δεν έχουν επιλυθεί είτε επιστρέφουν με νέες μορφές. Πόσο μάλλον που ένας νέος συντηρητισμός ξεπηδά στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης. Η πικρή εμπειρία της ενσωμάτωσης και της ήττας των κινημάτων αυτών μπορεί να αποβεί εξαιρετικά χρήσιμη στην επαναδιατύπωση μιας ριζοσπαστικής, μη ενσωματώσιμης οπτικής για την «επανάσταση της καθημερινότητας».

 

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Εκτός Γραμμής τχ. 18 που κυκλοφόρησε τον Μάιο 2008, με αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τον Μάη του ’68.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
30/05/2023 - 12:10

Η Απάντηση στον Τζων Λιούις συνιστά πριν απ’ όλα μια εξαιρετική εισαγωγή στον μαρξισμό του Αλτουσέρ, ένα αλτουσεριανό μανιφέστο.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
17/01/2023 - 17:34

Ο Φεμινισμός για το 99%, από τα πιο σημαίνοντα κείμενα του ρεύματος της κοινωνικής αναπαραγωγής, είναι γέννημα-θρέμμα της Παγκόσμιας Φεμινιστικής Απεργίας.

ΘΕΩΡΙΑ|
16/12/2021 - 14:44

Τον Νοέμβριο του 1977, από το βήμα του συνεδρίου που διοργάνωσε στη Βενετία η εφημερίδα Il Manifesto, ο Αλτουσέρ αναφωνεί «Επιτέλους, η κρίση του μαρξισμού!».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
09/02/2021 - 16:16

Ένα κίνημα για δημόσιο, δωρεάν και δημοκρατικό πανεπιστήμιο, είναι πρώτα απ’ όλα ένα κίνημα για ανοιχτό πανεπιστήμιο.