ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΔΙΕΘΝΗ |
Τρί, 18/12/2018 - 13:09

Το τέλος μιας εποχής: Εμπορικοί πόλεμοι, νεοφιλελευθερισμός και κλίμα


Σε κάθε πόλεμο υπάρχει πάντα ένα χαοτικό ποσοστό αβεβαιότητας, τυχαιότητας ή άγνωστων παραγόντων. Ως προϊόν των ανταγωνισμών μεταξύ αστικών/ιμπεριαλιστικών τάξεων, κάθε πόλεμος είναι ένα στοίχημα, μια κυριολεκτικά τυχοδιωκτική ενέργεια, που βάζει στο τραπέζι του τζόγου τις τύχες των λαών που –αυτοί και όχι οι ταγοί τους– θα πληρώσουν το τίμημα.

Όπως έχουν παρατηρήσει όλοι οι στρατηγοί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, νικητής πάνω στην αβεβαιότητα και το χαοτικό στοιχείο της πολεμικής αναμέτρησης αναδεικνύεται όχι αναγκαστικά ο αντίπαλος που έχει την υλική ανωτερότητα, αλλά εκείνος που διαθέτει τρία στοιχεία: γνώση του εαυτού του, γνώση του αντιπάλου και στρατηγική, σχέδιο δηλαδή ικανό να ενσωματώσει και να εξουδετερώσει τόσο τις τακτικές κινήσεις του αντιπάλου όσο και τους απρόβλεπτους παράγοντες. Μεταξύ των τελευταίων είναι πρώτος και κύριος η εξέλιξη της ταξικής πάλης. Όπως έχουν δείξει τα επιτυχημένα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 20ού αι. (τα οποία βέβαια μόνο τυχοδιωκτικά δεν ήταν), αυτός που καταφέρνει να έχει στο εσωτερικό του τις λιγότερες αντιφάσεις, είναι εκείνος που θα κερδίσει ισχυρότερους αντιπάλους.

Η συγκυρία που ζούμε χαρακτηρίζεται από μια σειρά στοιχεία, με κυρίαρχο σε επίπεδο επικαιρότητας την εμπορική σύγκρουση των ΗΠΑ όχι μόνο με την Κίνα αλλά και λίγο πολύ όλους τους εταίρους της. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι επιλογή, δεν είναι κάποιο καπρίτσιο, κἀποιο στοιχείο «τρέλας» ή «ηλιθιότητας» εκ μέρους του Τραμπ (ο οποίος προσωπικά θα μπορούσε βέβαια να είναι και τρελός και πολιτικά ηλίθιος, αδιάφορο), αλλά αναγκαστική κίνηση που κλείνει μια εποχή χωρίς να ανοίγει ακόμη κάποια καινούργια. Με κάπως εγελιανούς όρους, ο Τραμπ μπορεί να αποδειχτεί απλώς το όργανο της ιστορίας (και όχι βέβαια το υποκείμενό της).

Αντίθετα με την αρχική δήλωση Τραμπ ότι οι εμπορικοί πόλεμοι είναι καλοί και ότι είναι εύκολο να κερδηθούν, είναι αδύνατο να προβλεφθεί η τελική τους έκβαση· το μόνο που μένει να γίνει είναι να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι αντίπαλοι κατεβαίνουν στο πεδίο –όπως και τα πραγματικά διακυβεύματα, τους πραγματικούς τους στόχους– και τις έως τώρα επιτυχίες ή αποτυχίες τους στα πεδία των μαχών.

 

Το σύμπτωμα μιας αντίφασης

Η τρέχουσα περίοδος χαρακτηρίζεται από μια δομική κρίση του καπιταλισμού, την τέταρτη μετά την κρίση του τέλους του 19ου αι., την κρίση του 1929 και την κρίση της δεκαετίας του ’70. Σε όλες τις παρελθούσες περιόδους, η έξοδος από την κρίση έγινε δυνατή με τη χρήση της «δημιουργικής καταστροφής» (της μαζικής απαξίωσης μη παραγωγικών κεφαλαίων προς όφελος νέων τεχνικών και κοινωνικών τεχνολογιών), την ένταξη νέων, παρθένων αγορών στο καπιταλιστικό υπόδειγμα και τέλος με μια ορισμένη αναδιάρθρωση του ίδιου του δομικού καπιταλιστικού μοντέλου συσσώρευσης ώστε να συμβαδίσει με τη νέα εποχή. Έτσι λ.χ. τον φιλελεύθερο καπιταλισμό του μεσοπολέμου τον διαδέχτηκε ο κεϋνσιανός μεταπολεμικός καπιταλισμός. Ταυτόχρονα όμως με αυτή την αλλαγή υποδείγματος, είχαμε και πολιτικές συνέπειες: οι ΗΠΑ, που ήταν η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου ήδη από την εποχή του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, έγιναν ο κορυφαίος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μόνο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αντικαθιστώντας τη Βρετανία. Και μάλιστα αυτό έγινε αφού πρώτα απέρριψαν τον προστατευτισμό που τις χαρακτήριζε μέχρι τότε – για να γίνουν κατόπιν ο σταθερότερος πρόμαχος της «ανοιχτής οικονομίας» και του ελεύθερου εμπορίου.

Παρόμοια, η κρίση της δεκαετίας ’70 απέρριψε το κεϋνσιανό μοντέλο για χάρη του τρέχοντος νεοφιλελεύθερου υποδείγματος (που συνοδεύτηκε σε δεύτερο χρόνο από την κατάρρευση του τείχους). Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συνεχείς κύκλους μείωσης της εργατικής ισχύος και ήττας των κινημάτων και ταυτόχρονη ενδυνάμωση του κεφαλαίου. Η σταθεροποίηση σε γενικά υψηλά επίπεδα της ανεργίας μαζί με όλο και χαμηλότερους μισθούς οδήγησαν σε ένα καθεστώς σχεδόν μόνιμου αποπληθωρισμού το οποίο συνεχίζεται εν πολλοίς ακόμα και σήμερα. Οικονομικά τα γνωρίσματα ήταν:

– Η απορρύθμιση της οικονομίας, η λιτότητα και ο μηδενισμός επιδοτήσεων προς τους οικονομικά ασθενέστερους (π.χ. ένας από τους κυριότερους λόγους για την Αραβική Άνοιξη ήταν το τέλος των επιδοτήσεων στην ενέργεια και το ψωμί), η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και του συνταξιοδοτικού, η μείωση της φορολογίας για τα ανώτερα κλιμάκια, η τάση μείωσης των κρατικών ελλειμμάτων και αύξησης των ιδιωτικών χρεών – και επομένως η σχετική ενδυνάμωση του χρηματοπιστωτικού τομέα που διαχειρίζεται τα χρέη.

– Η μείωση των τμημάτων του κράτους («λιγότερο κράτος») με παραγωγικό ή κοινωνικό χαρακτήρα: ΔΕΚΟ, ενέργεια, υγεία κ.λπ. και η ιδιωτικοποίηση όσων από αυτά μπορούσαν να έχουν κερδοφορία στην αγορά (λ.χ. ορυχεία, επικοινωνίες) ή απλώς μπορούσαν να επιδοτούνται απευθείας από το δημόσιο (λ.χ. υγεία, υποδομές κ.λπ.), κοστίζοντας τελικά περισσότερο –ειδικά με χρήση του προσοδοφόρου κόλπου των ΣΔΙΤ– παρά αν ήταν απευθείας δημόσια. Ιδιωτικοποίηση παιδείας, εισαγωγή διδάκτρων σε δημόσια ιδρύματα κ.λπ.

– Το «λιγότερο κράτος» ως προς τα κοινωνικά χρήσιμα τμήματά του γίνεται περισσότερο κράτος στους τομείς άμυνας, καταστολής κ.λπ. Αύξηση της φιλολογίας περί εγκληματικότητας, ασφάλειας κ.λπ.

– Ο σταδιακός μηδενισμός των δασμών στο διεθνές εμπόριο και μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους. Να παρατηρήσουμε εδώ ότι, αντίθετα με τα κυρίαρχα ιδεολογήματα, ένας από τους τεχνικούς λόγους που έγινε δυνατή αυτή η κίνηση ήταν η σχετική στασιμότητα της τεχνολογίας σε αυτό το διάστημα: Η επίδραση των υπολογιστών και των επικοινωνιών ήταν τελικά πολύ μικρότερη από όσο νομιζόταν αρχικά ότι θα είναι και σε καμιά περίπτωση ισοδύναμη με τη συνεισφορά λ.χ. του τρένου, του αυτοκίνητου ή του εξηλεκτρισμού σε προηγούμενες περιόδους. Αυτό σήμανε τη δυνατότητα βιομηχανικά υπανάπτυκτες χώρες να φτάσουν τις πιο προχωρημένες σχετικά εύκολα, αφού το χάσμα τεχνολογίας δεν ήταν διαρκώς διευρυνόμενο. Οι ηγέτιδες πολυεθνικές αυτή τη στιγμή δεν είναι εταιρείες παραγωγής εξοπλισμού, υποδομών ή βαριάς βιομηχανίας, όπως ήταν σε παλιότερες περιόδους (ΙΒΜ, General Motors κ.λπ.), αλλά εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων που βασίζονται στο μάρκετινγκ, ενώ η παραγωγή τους (όταν αυτή υπάρχει) είναι εξολοκλήρου εξωχώρια (Apple, Facebook, Google κ.λπ.).

– Η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και η δημιουργία υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Η Ε.Ε. με το κοινό της νόμισμα, όντας το κυριότερο τέτοιο παράδειγμα, ήταν εξαρχής σχεδιασμένη σε ένα τέτοιο υπόδειγμα: Απαγορεύοντας στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα ελλειμμάτων (εφόσον αυτά έχουν έστω και μια επιφανειακά φιλολαϊκή πλευρά), σκοπεύοντας τον πληθωρισμό (και όχι την ανεργία), αδιαφορώντας για το βάθος της κρίσης που δημιουργούσε, αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του ταξικού πολέμου, που ήταν ο νεοφιλελευθερισμός.

Η στρατηγική αυτή, ύστερα από πάνω από τριάντα ως σαράντα θριαμβευτικά χρόνια, έφτασε στα όριά της με την κρίση του 2008. Το κράτος, ξεχνώντας τα φληναφήματα περί «μείωσής» του, ανάλαβε τον ρόλο του ως το κατεξοχήν κόμμα του κεφαλαίου και οργάνωσε μια γραμμή αντίστασης με κινήσεις κοινωνικοποίησης του κόστους της κρίσης και διάσωσης των τραπεζών.

Στην γραμμή αυτή χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές όπως η «ποσοτική χαλάρωση», η ανταλλαγή επί της ουσίας τιτλοποιημένων στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, τα οποία είχαν απαξιωθεί από την κρίση, με «ζεστό» χρήμα υπό τη μορφή κρατικών εγγυήσεων. Το κράτος (ή στην περίπτωση της Ε.Ε. η Κεντρική Τράπεζα) έδωσε στις τράπεζες λεφτά με αντάλλαγμα «καμένα» χαρτιά, ώστε οι τελευταίες να συνεχίσουν να λειτουργούν, αντί να κάνει αυτό που είχε συμβεί με τον έναν ή άλλον τρόπο σε προηγούμενες κρίσεις, τη διαγραφή δηλαδή των χρεών, ακόμα κι αν αυτό θα σήμαινε τη χρεοκοπία τραπεζών και την κρατικοποίησή τους. Η ποσοτική χαλάρωση στο ιμπεριαλιστικό κέντρο χρησιμοποιήθηκε για να «φουσκώσουν» τα διεθνή χρηματιστήρια, ενώ η διατήρηση κοντά στο μηδέν των επιτοκίων όλων των κύριων νομισμάτων βοήθησε στην εκτόξευση του δανεισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες ειδικά για τη χρηματοδότηση μη παραγωγικών επενδύσεων όπως λ.χ. η κατανάλωση και η οικοδομή (η Τουρκία είναι το κύριο τέτοιο παράδειγμα), δημιουργώντας μάλιστα και νέα μικροαστικά και κατώτερα αστικά στρώματα που εξαρτήθηκαν από αυτού του είδους την ανάπτυξη, όπως λ.χ. στη Βραζιλία (στην οποία ένας παραπάνω λόγος ήταν οι δειλές αναδιανεμητικές πολιτικές κυβερνήσεων όπως του Λούλα, που βοήθησαν στη δημιουργία τέτοιων «μεσαίων» στρωμάτων).

Πράγματι, το σύστημα εν μέρει σταθεροποιήθηκε – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιλύθηκαν οι αιτίες της κρίσης ή ότι μπήκαμε σε ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης και καπιταλιστικής σταθερότητας. Δεν υφίστανται ακόμα ούτε οι κοινωνικές συνθήκες (παραγωγικές σχέσεις) ούτε οι τεχνικές προϋποθέσεις (παραγωγικές δυνάμεις) για κάτι τέτοιο. Ως προς το πρώτο, τις παραγωγικές σχέσεις, ούτε οι ΗΠΑ είναι πλέον σε θέση να εξαγάγουν το δικό τους υπόδειγμα στους υπόλοιπους κρίκους της αλυσίδας, ούτε φυσικά η Κίνα μπορεί να υποστηρίξει το δικό της αυταρχικό μοντέλο σε διεθνές επίπεδο. Ως προς το δεύτερο, τις παραγωγικές δυνάμεις, δεν είναι καθόλου προφανές ότι κάποια από τις νέες τεχνολογίες έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει στο άμεσο μέλλον μια νέα επανάσταση στο καθεστώς συσσώρευσης. Όσο είναι εφικτό να ξέρουμε αυτή τη στιγμή, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδειχτούν στην καλύτερη περίπτωση απλώς μικρές βελτιώσεις προηγούμενων τεχνικών και στη χειρότερη φούσκες χωρίς πολύ περιεχόμενο (όπως λ.χ. το Blockchain ως βάση για ψηφιακά «νομίσματα»). Ακόμα χειρότερα, μπορεί να αποδειχτούν ψεύτικες απαντήσεις για το πιο επείγον πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή, την κλιματική καταστροφή, που βρίσκεται μπροστά μας. Και πάντως όποια κι αν είναι η εξέλιξή τους στο μέλλον, ακόμα κι αν όντως αποδειχτούν οχήματα διάσωσης του καπιταλισμού, καμιά από αυτές τις νέες τεχνολογίες δεν είναι έτοιμη τούτη τη στιγμή.

Όμως τούτη τη στιγμή, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της BIS, το παγκόσμιο χρέος έχει εκτιναχθεί στα 260 τρισ. δολάρια, με το 61% από αυτά να αφορά τον ιδιωτικό τομέα. Το χρέος αυτό, όντας μοχλευμένο ξανά και ξανά από τις διεθνείς τράπεζες, ξεπερνά το 320% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το κέντρο επιχειρεί να «μαζέψει» το εν λόγω χρέος συγκρατώντας τους ισολογισμούς των κεντρικών τραπεζών, και πέφτοντας έτσι σε μια σειρά δυσεπίλυτες αντιφάσεις: Το μάζεμα του χρέους καταστρέφει τα ήδη χρεωμένα μικροαστικά στρώματα του κέντρου, ενώ καταστρέφει ολόκληρη την περιφέρεια. Η Τουρκία και η Αργεντινή είναι τα πρώτα συμπτώματα από μια αλυσίδα προβληματικών περιφερειακών οικονομιών που, εφόσον το δολάριο συνεχίσει να ανατιμάται, θα δυσκολεύονται όλο και πιο πολύ να αποπληρώσουν τα χρέη τους.

Την ίδια στιγμή, τα παράγωγα συμβόλαια (ένας από τους βασικούς λόγους κατάρρευσης το 2008) φτάνουν σε νέα επίπεδα ρεκόρ. Σύμφωνα πάλι με την BIS, μόνο στο α΄ εξάμηνο του 2018 ο «ονομαστικός όγκος των συμβολαίων έχει αυξηθεί από τα 532 τρισ. δολάρια, με τα οποία έκλεισε το 2017, σε 595 δισ. δολάρια, που αποτελεί επέκταση πολύ υψηλή. […] Αυξημένα, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα, είναι και τα συμβόλαια σε ευρώ. Στο διάστημα του πρώτου εξαμήνου του 2018 η αύξηση των παραγώγων σε ευρώ ήταν από 122 τρισ. ευρώ σε 129 τρισ. ευρώ, αλλά αναμένεται τα μεγέθη αυτά να αυξηθούν σημαντικά ενόψει της «στροφής» της ΕΚΤ με τη διακοπή στο τέλος του έτους του QE».

Η παραγωγική απογύμνωση των ΗΠΑ (αλλά και κάποιων άλλων ιμπεριαλιστικών οικονομιών) φτάνει σταδιακά στα όριά της, προκαλώντας ανεπιθύμητες για το κεφάλαιο αστάθειες. Δεν είναι μόνο η ίδια η κρίση του 2008 αλλά ακόμα και η τρέχουσα κατάσταση της υπερδύναμης που δείχνει ανησυχητικά σημάδια, παρά τη σχετική της οικονομική ανάπτυξη. Έτσι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ΑΕΠ αυξήθηκε με ένα ρωμαλέο 3,5% το γ΄ τρίμηνο του 2018 (σε πτώση σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο). Όμως η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, τη μείωση της αποταμίευσης, την αύξηση της κρατικής δαπάνης και μια αύξηση επενδύσεων που όμως οφειλόταν στην αύξηση των αποθεμάτων (δηλ. απούλητων εμπορευμάτων). Σύμφωνα με το Bloomberg, η έρευνα του δείκτη παραγωγού τον Οκτώβρη έδειξε πολύ ασθενή στοιχεία: Ο δείκτης έπεσε από το 58,8 στο 56,8 με μεγάλη πτώση και στον δείκτη παραγγελιών. Επίσης τα κέρδη των επιχειρήσεων βρίσκονται σε καθοδική τάση, ενώ τα χρηματιστήρια βρίσκονται μεν σε γενικά ανοδική τροχιά (που διακόπηκε βέβαια από την πρόσφατη διόρθωση), αλλά σημαντικό τμήμα της ανόδου οφείλεται στις άνευ προηγουμένου επαναγορές μετοχών από τις ίδιες τις εταιρείες προκειμένου να στηρίξουν τα κέρδη τους, μια μη διατηρήσιμη πρακτική.

Τέλος, μπορεί το επίσημο ποσοστό ανεργίας να βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό, είναι όμως μαγειρεμένο σε βαθμό επίσης ιστορικό. Τα ποσοστά ανεργίας θεωρούν ως εργαζόμενους όσους απασχολούνται με μερική απασχόληση, ακόμα κι όταν αυτή δεν αρκεί για την επιβίωση του εργαζομένου. Επιπλέον, δεν καταμετρούν όσους έχουν αποσυρθεί από την αγορά εργασίας (που είναι πλέον πολυπληθέστεροι από ποτέ άλλοτε).

Ταυτόχρονα, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο συνεχίζει να αυξάνεται, καθιστώντας τη χώρα μια εξαίρεση μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών. Το γεγονός αυτό δεν είναι προβληματικό από τη σκοπιά της αύξησης του χρέους ή του ελλείμματος κ.λπ., όπως συχνά ακούγεται. Αντίθετα, οι ΗΠΑ μπορούν χρηματοδοτούν άνετα τις εισαγωγές τους για όσο διάστημα οι παραγωγοί διατίθενται να πουλάνε σε δολάριο, δηλαδή για πολύ ακόμα. Η συναλλαγή είναι win win και για το αμερικανικό κεφάλαιο αλλά και για το κεφάλαιο της χώρας παραγωγού. Η Αμερική εισάγει φτηνά καταναλωτικά προϊόντα για την εργατική της τάξη και τα μικροαστικά στρώματα, μπορώντας έτσι να κρατά χαμηλά τον εργατικό μισθό, ενώ τα βιομηχανικά κεφάλαια των χωρών που εξάγουν στις ΗΠΑ κρατούν απασχολημένη την εργατική τους τάξη αποταμιεύοντας την παραγόμενη υπεραξία στο διεθνές αποθεματικό νόμισμα.

Το πρόβλημα για την Αμερική είναι αλλού: Η αύξηση των εισαγωγών σημαίνει ότι χάνει με αυτόν τον τρόπο το στρατηγικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε αρκετούς βιομηχανικούς τομείς στους οποίους ήταν παγκόσμιος ηγέτης μέχρι πρόσφατα. Τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της υπερδύναμης σήμερα είναι αγροτικά (κυρίως σόγια προς... την Κίνα), πρώτες ύλες (πετρελαιοειδή), κάποιοι επεξεργαστές (όχι όμως όλοι και κυρίως όχι αυτοί που μπαίνουν σε τηλέφωνα κ.λπ.) και όπλα. Τα τελευταία μάλιστα δεν έχουν υψηλό μερίδιο στη διεθνή αγορά λόγω της τεχνικής τους υπεροχής (κάτι που μπορεί εν μέρει τουλάχιστον να αμφισβητηθεί) αλλά λόγω της θέσης της υπερδύναμης. Πρόκειται για μια βιομηχανία ειδικού τύπου που επιδοτείται όσο καμιά άλλη στον κόσμο τόσο άμεσα (από τον μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό του κόσμου) όσο και έμμεσα (από την ειδική θέση των ΗΠΑ και τους εκβιασμούς που μπορεί να κάνει για την αγορά άχρηστων οπλικών συστημάτων από κράτη-πελάτες όπως η Σαουδική Αραβία κ.ά).

Η σημαντικότερη οικονομία του πλανήτη, ο κορυφαίος κρίκος της αλυσίδας, δεν γίνεται να μην είναι ηγέτης σε υψηλές τεχνολογίες εκτός από τα όπλα, αλλά να εξαρτάται από εξαγωγές αγροτικών προϊόντων! Ένα άλλο σημαντικότατο πρόβλημα είναι η δημιουργία λόγω αποβιομηχάνισης ευρέων ζωνών απαξίωσης στο εσωτερικό της, όπως είναι λ.χ. σήμερα το Ντιτρόιτ, μια αστική έρημος.

Τα στρατηγικά διλήμματα του αμερικανικού πολιτικού κέντρου έχουν να κάνουν με το μέλλον και τη κατεύθυνση του αμερικανικού κεφαλαίου. Το πολιτικό σύστημα, για πρώτη φορά στην ιστορία του, δεν έχει μια ξεκάθαρη στρατηγική να προτείνει στο εγχώριο κεφάλαιο. Μην έχοντας απαντήσεις στα ανοιχτά ερωτήματα και τις ανοιχτές αντιφάσεις του, υποχρεώθηκε να «υποστεί» τον Τραμπ ως πρόεδρο, έναν πρόεδρο προϊόν του εκλογικού γάμου του πιο παρασιτικού τμήματος του κεφαλαίου (του real estate και των MME τύπου ριάλιτι) με τα «μεσαία» στρώματα που σε αυτή τη συγκυρία κινδυνεύουν να απαξιωθούν ραγδαία – ή έχουν ήδη δει τις περιουσίες τους να απαξιώνονται ή να κατάσχονται για να σωθούν πτωχευμένες τράπεζες· έναν πρόεδρο τόσο αντιφατικό και τακτικιστή όσο και τα κύρια λαϊκά στηρίγματά του και τόσο αρπαχτικό όσο και ο καπιταλισμός του οποίου είναι άξιο τέκνο.

 

Η στρατηγική του βούβαλου στον βάλτο

Η «στρατηγική» του Τραμπ είναι μια αυτοσχεδιαστική προσπάθεια για μετατόπιση του παιχνιδιού των διεθνών σχέσεων: από το μοντέλο στο οποίο οι ΗΠΑ ήταν η ηγεμονική δύναμη και κύριος κόμβος στο πολυμερές διεθνές δίκτυο εξουσίας, σε ένα μοντέλο που βασίζεται στην διαπραγμάτευση ένας προς έναν. Το μέγεθος και μόνο των ΗΠΑ υποτίθεται ότι μπορεί να διασφαλίσει πάντα την επικράτησή τους απέναντι σε όλους τους αντιπάλους, μια εκτίμηση που φυσικά έχει έναν πυρήνα αλήθειας – ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι εισαγωγείς αγαθών στις ΗΠΑ τις έχουν περισσότερη ανάγκη από ό,τι αυτές τους έχουν ανάγκη.

Ένα παραπάνω στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο καπιταλισμός πέρασε μεγάλο μέρος της ιστορίας του υπό περιβάλλον προστατευτισμού και δασμών, ειδικά μάλιστα οι ΗΠΑ σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κύκλοι απελευθέρωσης και προστατευτισμού είναι συχνοί στην ιστορία. Ο προστατευτισμός έχει στόχο την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, άρα επιβάλλει δασμούς στην εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων, κάνοντάς τα πιο ακριβά, και μειώνει τους δασμούς για τις πρώτες ύλες και τα ενδιάμεσα βιομηχανικά προϊόντα, ώστε να δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο ντόπιο βιομηχανικό κεφάλαιο. Τόσο η «στρατηγική υποκατάστασης εισαγωγών» όσο και η «στρατηγική προώθησης εξαγωγών», δοκιμασμένες και οι δύο σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα από διάφορες χώρες και συνασπισμούς, βασίζονται στην επιλεκτική κάθε φορά επιβολή δασμών σε διαφορετικού τύπου προϊόντα, είτε για εσωτερική κατανάλωση είτε για εξαγωγές. Σε γενικές γραμμές, μόλις μια αστική τάξη καταφέρει να αναπτυχθεί αρκετά με τη βοήθεια του προστατευτισμού ώστε να γίνει διεθνώς ανταγωνιστική, γίνεται ξαφνικά υπέρμαχος της απελευθέρωσης και απαιτεί από τον υπόλοιπο κόσμο να ξεχάσει και αυτός τον προστατευτισμό.

Αντιστρόφως τώρα, η λογική Τραμπ στο ζήτημα είναι απλή. Μια μεγάλη οικονομία με εμπορικά ελλείμματα έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ από μια μικρότερη οικονομία με πλεονάσματα. Αν οι ΗΠΑ μειώσουν τα ελλείμματα, μεγαλώνουν την εγχώρια παραγωγή μέσω υποκατάστασης εισαγωγών. Εντωμεταξύ, η εξαγωγική χώρα χάνει τις εξωτερικές αγορές της, άρα μένει με έναν βιομηχανικό τομέα σε υπερσυσσώρευση, να υποαπασχολείται. Ο Τραμπ θα χτίσει νέα εργοστάσια, και θα δώσει δουλειές, άρα θα ξαναβγεί στις εκλογές. Οι Κινέζοι πρέπει να κλείσουν εργοστάσια και να απολύσουν εργάτες, άρα θα πρέπει να διαχειριστούν μια συστημική κατάρρευση. Ορίστε λοιπόν γιατί οι ΗΠΑ θα νικήσουν εύκολα στον πόλεμο, επειδή οι Κινέζοι δεν έχουν επιλογή και θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν προκειμένου να σώσουν τα εργοστάσιά τους.

Ο παραπάνω συλλογισμός έχει μόνο ένα μικρό προβληματάκι: ότι είναι εντελώς λάθος. Τα περιγραφόμενα δεν συμβαίνουν σε μία νύχτα (εκτός βέβαια αν οι Κινέζοι υποχωρήσουν άτακτα). Οι βιομηχανικές υποδομές χρειάζονται καιρό και πόρους για να δημιουργηθούν. Επίσης ο προστατευτισμός οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τις συγκεκριμένες παραγωγικές δυνατότητες μιας οικονομίας, κάτι που δεν γίνεται εδώ. Για παράδειγμα, αν θέλει να προστατεύσει την αυτοκινητοβιομηχανία (αλλά και την αεροναυπηγική), τότε η κυβέρνηση οφείλει να χαμηλώσει τις τιμές των (εισαγόμενων) πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων και όχι να τις αυξήσει, όπως κάνει ο Τραμπ που βάζει δασμούς στο αλουμίνιο, ακριβαίνοντας έτσι μια πρώτη ύλη αναγκαία στην αυτοκινητοβιομηχανία που υποτίθεται θέλει να προστατεύσει. Οι ανταγωνιστές των αμερικανικών προϊόντων την ίδια στιγμή μπορούν να αγοράζουν αλουμίνιο φτηνά, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να πουλάνε πιο φτηνά. Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τον τρόπο με τον οποίο η επιβολή δασμών από μόνη της μπορεί να επιτύχει τα ζητούμενα αποτελέσματα. Και αυτό φαίνεται στα ιδιαίτερα πενιχρά αποτελέσματα, παρά τις τυμπανοκρουσίες με τις οποίες την ανάγγειλε, της συμφωνίας που έκλεισε με Μεξικό και Καναδά στη θέση της NAFTA.

Επιπλέον, για ένα ισχυρά πολυεθνικό κεφάλαιο όπως το αμερικανικό, υποχρεωμένο να κινείται 24 ώρες στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη, μετατρεπόμενο εν ριπή οφθαλμού από βιομηχανικό κεφάλαιο, σε χρηματικό κεφάλαιο, σε εμπορικό κεφάλαιο στην ασταμάτητη αναζήτησή του για κερδοφορία, μια πολιτική προστατευτισμού δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμη απάντηση. Άλλη μια αντίφαση: Η κατάσταση πραγμάτων απαιτεί μεν εμπορικούς πολέμους, όμως αυτοί δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμοι αλλά αστραπιαίοι, αλλιώς κινδυνεύουν να αποδειχτούν καταστροφικοί. Όχι μόνο λόγω της Κίνας· η επιθετική στρατηγική ΗΠΑ εναντίον όλων αναγκαστικά θα συνασπίσει όλους απέναντι στην Αμερική. Ήδη ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών Ρωσίας-Γερμανίας το 2017 αυξήθηκε κατά 23% φτάνοντας τα 50 δισ. δολάρια, ενώ ο δείκτης αυτός στην περίοδο Γενάρη-Αυγούστου του τρέχοντος έτους αυξήθηκε επιπλέον κατά 24%, όπως δήλωσε πρόσφατα ο ίδιος ο Πούτιν. Κίνα, Ρωσία, Ιράν και άλλοι επιδιώκουν να δημιουργήσουν διεθνή δίκτυα πληρωμών ανεξάρτητα από δολάριο. Η Ινδία πρόσφατα αγόρασε S400 πληρώνοντας σε ρούβλια και όχι δολάρια. Το ίδιο προσανατολίζονται να κάνουν και οι Ευρωπαίοι, ενώ οι αγορές χρυσού το τελευταίο εξάμηνο από τις κεντρικές τράπεζες έχουν σπάσει τα ρεκόρ. Οι τράπεζες προσπαθούν να θωρακιστούν για το ενδεχόμενο μείωσης της ισχύος του δολαρίου.

Το νόμισμα όμως του ηγεμόνα οφείλει να είναι σταθερό και ισχυρό ώστε να μπορεί να αποτελέσει αποθεματικό νόμισμα, αποθήκη αξίας διεθνώς. Ισχυρό νόμισμα σημαίνει φτηνές εισαγωγές, ενώ η αύξηση των εξαγωγών διευκολύνεται από πτώση της ισοτιμίας. Επομένως οι ΗΠΑ, αν θέλουν να διατηρούν την ηγεμονία, οφείλουν να έχουν ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο. Αν αναλογιστούμε ότι όλες οι στρατιωτικές περιπέτειες των ΗΠΑ στον 21ο αιώνα ηττήθηκαν, εύκολα συμπεραίνουμε ότι η ηγεμονία της υπερδύναμης βασίζεται λιγότερο στη δύναμη των όπλων και περισσότερο στη δύναμη του δολαρίου. Η τελευταία όμως εξαρτάται από το αν η χώρα είναι σε θέση να καταγράφει διαρκή ελλείμματα. Εάν χαθεί η δύναμη του δολαρίου, θα χαθεί η ηγεμονία, με καταστροφικά για τις ίδιες αποτελέσματα.

Αν τέτοια αποτελέσματα σε οικονομικό πεδίο μένει να δούμε στο μέλλον, στο παρόν είναι πάντως πολύ δύσκολο να διακρίνουμε κάποια συνεκτική στρατηγική σε όλα αυτά – εκτός αν συζητάμε για τη στρατηγική διαχείρισης του χάους. Οι ΗΠΑ αποδιαρθρώνουν επιλεκτικά τμήματα του προηγούμενου διεθνούς καθεστώτος (το οποίο είχαν με κόπο χτίσει οι ίδιες επί δεκαετίες), διαλύουν διεθνείς συνθήκες, εμπορικά δίκτυα, εφοδιαστικές αλυσίδες, προκειμένου να διεκδικήσουν περισσότερο χώρο για τις ίδιες στο χάος που προκύπτει. Αν ένας βούβαλος αρχίσει να χορεύει μόνος του στη λάσπη του βάλτου, είναι πολύ πιθανό να πατήσει πολλά βατράχια.

Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα να τον δαγκώσει ο κρυμμένος στη λάσπη δράκος...

 

Ο δράκος με τα (πήλινα;) πόδια

Το αμερικανικό σχέδιο ως κύριο αντίπαλο μπορεί να έχει μόνο την Κίνα. Η Ευρώπη, βυθισμένη στη μακροπρόθεσμη παγίδα του κοινού νομίσματος, βιώνει πλέον την αποσύνθεση στο πολιτικό επίπεδο, αδυνατώντας να εκπονήσει οποιοδήποτε σχέδιο εξόδου από τη μακροπρόθεσμη κρίση της και την παγίδα αποανάπτυξης που είναι το ευρώ. Ο τρόπος με τον οποίο η βρετανική αστική τάξη αδυνατεί να προσεγγίσει το πολύ απλούστερο ζήτημα του Brexit είναι ενδεικτικός. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρός εχθρός η από μόνη της βυθισμένη στο χάος Γερμανία (δηλαδή η Ε.Ε.).

Έτσι, μόνος εχθρός στον πόλεμο αυτόν είναι η Κίνα, η οποία όμως έχει τα δικά της προβλήματα. Η τρέχουσα ηγεσία υπό τον Σι Τζινπίνγκ έχει θέσει μια σειρά συμβολικά ορόσημα για τη μετεξέλιξη της χώρας σε μέσου επίπεδου ανάπτυξης οικονομία με τεχνολογικό πλεονέκτημα σε μια σειρά τομείς αιχμής μέχρι τα εκατοντάχρονα απο την ίδρυση της λαϊκής δημοκρατίας. Το αν μπορεί να επιτύχει είναι ένα ερώτημα.

Πράγματι, η κατάσταση της Κίνας έχει και αυτή φτάσει σε οριακό σημείο. Έχοντας κομβικό ιστορικό ρόλο στην ανάπτυξη του διεθνούς νεοφιλελεύθερου συστήματος, χωρίς όμως η ίδια να γίνει ποτέ αμιγώς νεοφιλελεύθερη, το μοντέλο της στηρίχτηκε στη συνεργασία με το δυτικό κεφάλαιο: «Κάντε εξαγωγές κεφαλαίου εδώ, δώστε μας τεχνογνωσία, κι εμείς θα εξάγουμε φτηνά προϊόντα και θα σας μειώνουμε το εργατικό σας κόστος για τα επόμενα τριάντα χρόνια», είναι σαν να είπαν οι Κινέζοι στους δυτικούς. Η συνεργασία αυτή κύλησε υπέροχα. Το γιγαντιαίο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα συνεχίζει να αυξάνεται ακόμα και τώρα. Οι λαϊκές τάξεις της Αμερικής καταναλώνουν φτηνά κινεζικά προϊόντα, και η Κίνα έχει λογαριασμούς σε δολάριο (σε αμερικανικές τράπεζες να διευκρινίσουμε) ύψους πάνω από 1,1 τρισ. δολάρια (η δεύτερη, η Ιαπωνία, είναι στο 1 τρισ. και κάπως πιο πίσω είναι και η Γερμανία και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες).  
Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο μακρύς μήνας του μέλιτος έχει φτάσει στο τέλος του, κάτι που οι Κινέζοι δεν περίμεναν τον Τραμπ για να το καταλάβουν. Οι κινεζικοί μισθοί έχουν πλέον αυξηθεί, οι δυτικοί μισθοί έχουν συγκρατηθεί ή και μειωθεί, το πλεονέκτημα της Κίνας δεν είναι πια αυτό που ήταν – και βέβαια αν οι Αμερικανοί κατάφερναν όντως να μειώσουν τις εισαγωγές τους, η Κίνα θα αποκτούσε σοβαρότατο πρόβλημα: Μια μεγάλη μείωση στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ είναι πιθανό να έχει σοβαρότατες συνέπειες για το πολιτικό σύστημα της Κίνας. Ήδη, παρά την αύξηση μέχρι και τον Σεπτέμβρη των εξαγωγών στις ΗΠΑ (επειδή οι εισαγωγείς έτρεξαν να προλάβουν την εφαρμογή των δασμών φτιάχνοντας αποθέματα), το AEΠ το τρίτο τρίμηνο αυξήθηκε «μόνο» με 6,5% σε σχέση με το 6,8% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ και μια σειρά βιομηχανικοί δείκτες δείχνουν καθοδική τάση, μικρή αλλά ανησυχητική – η οποία βέβαια μπορεί να είναι και βραχυπρόθεσμη, θα δείξει.

Το μακροπρόθεσμο σχέδιο του «Κ»ΚΚ για να αποφύγει την κρίση έχει τρεις πυλώνες: τεχνολογική πρόοδο, ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και την εξαγωγή κεφαλαίου.

Ο Σι πρόσφατα είπε: «Οφείλουμε να αναπτύξουμε την καινοτομία βασισμένοι στις δυνάμεις μας». Η Κίνα αυτή τη στιγμή είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής σε μια σειρά από αυτές τις νέες τεχνολογίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, «πράσινες» τεχνολογίες κ.λπ., ενώ επιχειρεί να «βάλει πόδι» και σε κατοχυρωμένες από την Ευρώπη και την Αμερική τεχνολογίες όπως η αεροναυπηγική και το διάστημα. Το αν θα τα καταφέρει είναι ανοιχτό ερώτημα, αλλά πάντως η κινεζική είναι σίγουρα (και θα παραμείνει) η μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων στον κόσμο. Το γεγονός αυτό κάνει ακόμα πιο ακατανόητη τη στρατηγική Τραμπ, αφού η Αμερική έχει για την ώρα αυτοαποκλειστεί από ακριβώς αυτήν τη αγορά.

Γενικότερα, είναι ένας από τους στόχους της ηγεσίας η εσωτερική καταναλωτική αγορά της χώρας να μεγαλώσει σε σημαντικό βαθμό. Το σημερινό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κίνας είναι λιγότερο από το 1/6 του αμερικανικού, άρα τα περιθώρια είναι αχανή. Εντούτοις, η μη ύπαρξη κοινωνικής ασφάλισης, τα υψηλότατα έξοδα για εκπαίδευση και διαμονή και άλλοι παράγοντες σημαίνουν ότι οι Κινέζοι οφείλουν να αποταμιεύουν σημαντικό τμήμα του μισθού τους για να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες και όχι κατανάλωση. Επιπλέον ένα από τα χαρακτηριστικά του κινεζικού μοντέλου είναι η απίστευτη σπατάλη πόρων, η διαρκής επένδυση σε μη παραγωγικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με μια μελέτη, το 2013 στην Κίνα σχεδιάζονταν 3,4 δισ. κατοικίες, όσο δηλαδή 2 φορές ο πληθυσμός. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο το χρέος που δημιουργείται, αφού η κυβέρνηση μπορεί γενικά να διαχειρίζεται το χρέος το οποίο, εκδίδεται στο νόμισμά της (σημ: αντίθετα με την περίπτωση λ.χ. της Ελλάδας, που το χρέος της είναι πάντα σε ξένο νόμισμα, δηλαδή σε ευρώ). Το πρόβλημα είναι η κατασπατάληση πόρων και η τρομερή υποβάθμιση του περιβάλλοντος που προσθέτει τεράστια άδηλα κόστη. Αν προσθέσουμε την τεράστια υπογεννητικότητα (η οποία δεν οφείλεται πλέον σε κρατική πολιτική, αφού ο νόμος που επέβαλλε ένα παιδί ανά οικογένεια έχει καταργηθεί), δεν είναι σαφές ότι οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν.

Τέλος, ως προς την εξαγωγή κεφαλαίων, πολλοί είναι οι λόγοι που την επιβάλλουν. Ένας φυσικά είναι η περίσσια αργού κεφαλαίου που χρειάζεται να επενδυθεί. Ένας άλλος είναι η χρόνια έλλειψη εργατικού δυναμικού που χαρακτηρίζει τα κινεζικά παράλια και που αναγκάζει τους μισθούς να αυξάνονται ταχύτατα. Η μετατροπή της ΝΑ Ασίας σε κινεζικό εργοστάσιο εξουδετερώνει αυτό το «πρόβλημα». Οι Κινέζοι έχουν εδώ και χρόνια πάψει να είναι μια φτηνή αγορά εργασίας, και έχουν διώξει μεγάλο τμήμα της παραγωγής χαμηλής οργανικής σύνθεσης. Η παγκόσμια πρωτεύουσα της υφαντικής είναι εδώ και καιρό το Μπαγκλαντές. Γενικά σε κινεζικό έδαφος προστίθεται περίπου το ένα τρίτο με μισό της τελικής αξίας των καταναλωτικών προϊόντων τα οποία εξάγονται στις ΗΠΑ, με το υπόλοιπο να προέρχεται από τρίτες χώρες που παράγουν πρώτες ύλες και ενδιάμεσα εμπορεύματα (ένας ακόμα λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να επιτύχει ένας εμπορικός πόλεμος: οι δασμοί θα χτυπήσουν περισσότερο άλλες χώρες παρά την Κίνα).

Από αυτές τις ανάγκες προκύπτει το μεγάλο σχέδιο για εξαγωγή κεφαλαίων, ο νέος δρόμος του μεταξιού ή «Μία ζώνη, ένας δρόμος», όπως λέγεται. Οι Κινέζοι επιχειρούν μια κλασική ιμπεριαλιστική επέκταση με επενδύσεις στην Ευρασία σε επικοινωνίες και υποδομές, προκειμένου να ενοποιήσουν εμπορικά και οικονομικά την αχανή περιοχή από την Ευρώπη και ανατολικότερα (και να έχουν έτσι ταυτόχρονα κι έναν δικό τους ζωτικό οικονομικό χώρο που να επεκτείνεται ει δυνατόν και στην Αφρική).

Και αυτή η επέκταση είναι μια κίνηση με δύσκολη προβλεψιμότητα. Οι τριβές περιλαμβάνουν τόσο τις διαμάχες με τις τοπικές αστικές τάξεις και τη μοιρασιά της λείας (η Μαλαισία πρόσφατα ακύρωσε τις κινεζικές επενδύσεις καταγγέλλοντας την Κίνα για νεοαποικιοκρατία), όσο και καταγγελίες για κακοδιαχείριση και κακοτεχνίες, αλλά και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η Ινδία, για παράδειγμα, αισθάνεται περικυκλωμένη από τις κινεζικές επενδύσεις και επιχειρεί να συσφίξει τις σχέσεις της με την Ιαπωνία. Η τελευταία, που στους λαούς της περιοχής έχει χειρότερη φήμη από ό,τι σε εμάς οι ναζί, επιχειρεί να δείξει ένα καλό πρόσωπο, παριστάνοντας τη μη αυταρχική δύναμη. Σύμφωνα με την NMI Research της Σιγκαπούρης, από το 2000 ώς σήμερα η Κίνα έχει επενδύσει στην περιοχή της ΝΑ Ασίας σε υποδομές 155 δισ. δολάρια. Η Ιαπωνία στο ίδιο διάστημα έχει επενδύσει περί τα 230 δισ. – και αυτό χωρίς να κάνει πολύ θόρυβο.

 

Οι δράκοι, τα βουβάλια και οι βάλτοι που ξεραίνονται

Πόλεμοι που είναι γνωστό εκ των προτέρων το αποτέλεσμά τους δεν γίνονται. Μια εκτίμηση για το αποτέλεσμα της τρέχουσας συγκυρίας είναι δύσκολο να έχει βεβαιότητες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ανακεφαλαιώσουμε τα μέχρι τώρα δεδομένα.

Και αυτά είναι απλά: Η Κίνα αυτή τη στιγμή διαθέτει αβέβαιη στρατηγική, με αρκετά σκοτεινά σημεία και αδυναμίες, αλλά στρατηγική. Επίσης, το κινεζικό κεφάλαιο φαίνεται να έχει στη διάθεσή του ένα μάλλον ισχυρό ιδεολογικό οπλοστάσιο για το τσιμέντωμα του αχανούς εθνοτικού και πολιτισμικού μωσαϊκού που είναι η χώρα, ένα είδος εθνικισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά, ικανού να ενοποιεί το εσωτερικό (παρά λ.χ. τις αγριότητες που διαπράττει το κράτος στις περιοχές με αποσχιστικά κινήματα).

Πρόκειται για ένα είδος ρεβάνς της Κίνας έναντι της δύσης. Στα μισά του 19ου αιώνα, πριν η βάρβαρη δύση κατακλύσει την Κίνα με τα προϊόντα της βιομηχανικής επανάστασης, στην Ασία πραγματοποιούνταν περίπου το 60% της παγκόσμιας παραγωγής. Τώρα η Ασία είναι πάλι περίπου στο 60% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και το ποσοστό αυξάνεται, αυξάνοντας μαζί και το αίσθημα περηφάνιας των Κινέζων. Πιο πάνω είδαμε ότι ο Σι είπε ότι οι Κινέζοι οφείλουν να στηριχτούν στις δυνάμεις τους. Το «ζιλί γκενσένγκ», 自力更生, το να στηρίζεται κανείς στις δυνάμεις του, είναι βέβαια μια μαοϊκή αναφορά, αφού τη φράση αυτή τη χρησιμοποίησε κατά κόρον ο τιμονιέρης στην μακρά καριέρα του. Αλλά είναι επίσης και αναφορά στην αρχαία κινεζική παράδοση, από την οποία ο Μάο είχε κλέψει την έκφραση αυτή, όντας μια από τις αρετές που όφειλαν να έχουν οι ταπεινοί υπηρέτες του ουρανού, δηλαδή οι υπήκοοι του Αυτοκράτορα του Κεντρικού Βασιλείου, δηλαδή οι Κινέζοι. (Σημειωτέον: το δεύτερο τμήμα της φράσης αυτής, 更生, μπορεί να διαβαστεί και ως ανάσταση ή παλιγγενεσία...)

Από την άλλη μεριά, από τις ΗΠΑ, είναι δύσκολο να δούμε οποιαδήποτε στρατηγική, αδύναμη ή δυνατή. Η διαπραγματευτική τακτική του Τραμπ βασίζεται στη στρατηγική του χάους και το μπούλινγκ· δείχνει όμως μια μάλλον αστεία και φανφαρόνικη τάση για απειλητικές φωνασκίες στην αρχή (που απευθύνονται μάλλον στο εσωτερικό εκλογικό ακροατήριο του Τραμπ) και μια υποχώρηση στη συνέχεια, όπως έγινε με την αντικατάσταση της NAFTA από τη συμφωνία Μεξικού, Αμερικής και Καναδά. Οι υποχωρήσεις των δύο πιο αδύναμων εταίρων δεν ήταν καθόλου αυτές που είχε υποσχεθεί ο Τραμπ, παρά τη συντριπτική ανωτερότητα των ΗΠΑ. Όσο για τον προστατευτισμό, αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται ότι είναι κάτι περισσότερο από λόγια. Εάν μέσα στο αμέσως επόμενο διάστημα Κίνα και ΗΠΑ έρθουν σε κάποια συμφωνία που να επιτρέπει στον Τραμπ να δηλώσει νικητής (έστω και κατά φαντασίαν, έστω κι αν είναι μόνο μια λεκτική υποχώρηση των Κινέζων για τα πνευματικά δικαιώματα ας πούμε), η διεθνής απελευθέρωση των κεφαλαίων θα συνεχίσει όπως πριν, και οι Κινέζοι θα συνεχίσουν να προσπαθούν να καταλάβουν την πρώτη θέση, όπως πριν. Το ενδεχόμενο αυτό φαντάζει αυτή τη στιγμή ιδιαίτερα πιθανό, ειδικά μετά την πρόσφατη διόρθωση των χρηματιστηρίων που αντέδρασαν έτσι στην προοπτική ενός μακρόσυρτου εμπορικού πολέμου.

Μια διεθνής πολιτική που βασίζεται περισσότερο στην πόλωση στο εσωτερικό και το τσιμέντωμα του ακροατηρίου του προέδρου δεν έχει στρατηγικό βάθος, ακόμα περισσότερο από τη στιγμή που δεν εκμαιεύεται συναίνεση στα ανώτατα κλιμάκια του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της υπερδύναμης. Δουλειά του προέδρου είναι η εύρεση ισορροπιών στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, κάτι που δεν έχει καταφέρει σε γενικές γραμμές ο Τραμπ. Και αν ώς τώρα σοβαρά ρήγματα έχουν αποφευχθεί, αυτό οφείλεται στην ανοδική πορεία της οικονομίας των ΗΠΑ, κάτι που φαίνεται να αλλάζει στο επόμενο διάστημα.

Το πρόβλημα είναι γενικότερο, αν και η συγκεκριμένη έκφανσή του διαφέρει από χώρα σε χώρα. Και το πρόβλημα είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός, ως το κυρίαρχο μοντέλο συσσώρευσης τα τελευταία χρόνια στη δύση, έχει εξαντλήσει τα καύσιμά του. Η τρέχουσα ανάδυση αυταρχικών, ακροδεξιών, ξενοφοβικών κ.λπ. κυβερνήσεων (οι οποίες όμως είναι τούρμπο νεοφιλελεύθερες) είναι παραδόξως το αποτέλεσμα. Το παράδειγμα της Αργεντινής είναι διδακτικό για το τι θα ακολουθήσει. Η κρίση του κοραλίτο το 2003 οδήγησε στην εκλογή της «κεντροαριστερής» κυβέρνησης Κίρχνερ που αποσύνδεσε το πέσο από το δολάριο και εφάρμοσε κάπως αναδιανεμητικές πολιτικές, στην αρχή με αρκετή επιτυχία και ανακουφιστικά αποτελέσματα· η σταδιακή χειροτέρευση των οικονομικών συνθηκών οδήγησε σε ακύρωση των όποιων τέτοιων πολιτικών και σε μια σαφώς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Οι μικροαστοί που είδαν να κινδυνεύει η περιουσία τους ψήφισαν τον αυταρχικό και καθαρό νεοφιλελεύθερο Μάκρι, που βγήκε μετά την αποχή των απογοητευμένων φτωχότερων στρωμάτων. Ο Μάκρι αμέσως απελευθέρωσε τις κεφαλαιακές ροές, κάτι που οδήγησε στη ληστρική εξαγωγή δολαρίων από τη χώρα από τους φίλους του μεγαλοκεφαλαιούχους-μεγαλολαμόγια. Η κατάσταση ξαναγύρισε στο 2003 με το ΔΝΤ να επανέρχεται στη χώρα, τα «μεσαία» στρώματα που τον υποστήριξαν να λουμπενοποιούνται και ένας κύκλος να ετοιμάζεται να κλείσει, με άγνωστη όμως τη συνέχεια από εδώ και μετά. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι παρόμοια γρήγορη εξέλιξη στη Βραζιλία δεν είναι μακριά.

Η κατάσταση στις ΗΠΑ με τον Τραμπ παρουσιάζει κάποιες ποιοτικές αναλογίες. Η αδυναμία του πολιτικού κατεστημένου να προσφέρει σαφή σχέδια εξόδου από την κρίση (δηλαδή κάτι περισσότερο από το προφανές: λιτότητα από τη μία, φοροαπαλλαγές από την άλλη) μαζί με το γεγονός ότι το στοιχείο διαφοροποίησης της «αριστεράς» των Δημοκρατικών (που είχαν μια ελαφρώς πιο φιλολαϊκή ρητορική σε σχέση με τους Ρεπουμπλικανούς) αντικαταστάθηκε από δογματικό φιλελευθερισμό στο οικονομικό επίπεδο και ανούσιες πολιτικές ταυτοτήτων μέχρι υπερβολής, αφήνοντας χώρο στην ακροδεξιά αντιμεταναστευτική υστερία πασπαλισμένη με τηλεοπτική ριαλιτάδικη αστερόσκονη και τάχα «αντισυστημική» πολιτική μη ορθότητα να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Τη θέση θα την κρατήσει για όσο το σύστημα δεν καταρρέει και είναι σε θέση να προσφέρει έστω και αυτές τις άθλιες θέσεις μερικής απασχόλησης που προσφέρει.

Παρόμοιο είναι το πλαίσιο και στην Ευρώπη. Η κατάρρευση της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας είναι προφανές ότι αργά ή γρήγορα θα ακολουθηθεί από την αποδυνάμωση της «κεντρο»-δεξιάς, ακριβώς λόγω κατάρρευσης της στρατηγικής μακροπρόθεσμης συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η στροφή σε υστερικό ακροδεξιό λόγο γίνεται στο έδαφος της έλλειψης εναλλακτικής αστικής στρατηγικής, εξού και η συνέχιση νεοφιλελεύθερων πολιτικών από τους ακροδεξιούς: Δεν ξέρουν τι άλλο να πουν στο οικονομικό πεδίο και το μόνο που μένει είναι μια φυγή προς τα μπρος, το κάψιμο όσων λίγων πόρων έμειναν να καούν μετά από τόσα χρόνια ξεπουλήματος. Ο Μπολσονάρου θα ξαναδώσει τον Αμαζόνιο στις συμμορίες που τον αποψίλωναν, ο Τραμπ επιτρέπει την εξόρυξη πετρελαίου απ’ όπου κι αν προέρχεται, ο Άδωνις θα ανοίξει επιτέλους ιδιωτικά πανεπιστήμια κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, η ισχυρή πόλωση του πολιτικού λόγου στα επιφαινόμενα του «άλλου», του μετανάστη, της εγκληματικότητας κ.λπ. είναι η μοναδική αν και προσωρινή λύση που υπάρχει· προσωρινή επειδή αν δεν σταθεροποιηθεί το οικονομικό η κατάρρευση και των υστερικών ακροδεξιών θα είναι γρήγορη. Με το ενδεχόμενο η δομική κρίση του καπιταλισμού να επιλυθεί γρήγορα με την είσοδό του σε ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης να μη φαίνεται άμεσα στο μέλλον, εφόσον δεν υπάρξει ανασύσταση ενός συνεπούς σοσιαλιστικού αντίβαρου με εργατική αναφορά, τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά.

Αν όλα τα παραπάνω όμως δείχνουν απλώς ένα αβέβαιο και ασταθές μέλλον, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν συμπεριέλαβαν τον ελέφαντα στο δωμάτιο, την πραγματική πηγή ανησυχίας για το άμεσο μέλλον: το γεγονός ότι η οφειλόμενη στον καπιταλισμό και τα μοντέλα ανάπτυξής του κλιματική αλλαγή προχωρά με βήματα μεγαλύτερα από όσο είχαμε υπολογίσει. Την τελευταία φορά που ο καπιταλισμός βγήκε από την κρίση του, αυτό έγινε με τη βοήθεια ενός παγκόσμιου πολέμου και της μεταπολεμικής φρενιτιώδους ανάπτυξης. Και τα δύο, εκτός από τα κέρδη σε κεφάλαιο και τα κόστη σε ανθρώπινες ζωές, μπορούσαν τότε ακόμη να διατηρούν αφανή τα κόστη για το περιβάλλον: μόλυνση, αύξηση αερίων θερμοκηπίου κ.λπ., όλα αυτά ήταν δωρεάν για το κεφάλαιο, μειώνοντας θεαματικά τα κόστη της παραγωγής. Όχι πλέον. Είναι σαφές ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πρέπει να μηδενιστούν μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια, κάτι που είναι αδύνατο να γίνει με βάση τα παρόντα δεδομένα για την ανάπτυξη σε καπιταλιστικό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε «μακροπρόθεσμη» έξοδος από τη δομική κρίση του καπιταλισμού δεν γίνεται να είναι μακροπρόθεσμη, αφού σύντομα θα προσκρούσει στον τοίχο της αλλαγής του κλίματος. Είναι ενδιαφέρον ότι τα αφανή έως τώρα κόστη της αλλαγής κλίματος έχουν αρχίσει να ποσοτικοποιούνται. Το συμπέρασμα είναι ότι οποιοδήποτε σενάριο ανάπτυξης του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 3% ή παραπάνω, θα ακυρωνόταν από τα όλο και μεγαλύτερα περιβαλλοντικά κόστη που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ αυτό το νούμερο. Με άλλα λόγια, θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο για το κεφάλαιο να κερδοφορεί εφόσον θα είναι υποχρεωμένο να συνυπολογίζει στα κόστη της παραγωγής και (μερικά τουλάχιστον από) τα κόστη στο περιβάλλον.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι ποιος θα κερδίσει στη μάχη του βάλτου, ούτε καν αν αυτή η μάχη όντως γίνει. Το ερώτημα είναι αν ο βάλτος θα συνεχίσει να υπάρχει και αν θα καταφέρουμε να τον μετατρέψουμε σε έναν σοσιαλιστικό βιότοπο.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
19/03/2019 - 20:44

Ενώνουμε ισότιμα τις δυνάμεις μας σε έναν ανοιχτό συντονισμό δράσης και διαλόγου κομμουνιστικών δυνάμεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.