ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Το Brexit, η «ψυχή» των Εργατικών και ο Τζέρεμυ Κόρμπυν
ΔΙΕΘΝΗ |
Τετ, 06/07/2016 - 11:56

Το Brexit, η «ψυχή» των Εργατικών και ο Τζέρεμυ Κόρμπυν


Λίγες μέρες μετά τo ιστορικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου, όταν ο βρετανικός λαός με ποσοστό 52% υπερψήφισε την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε., ο βρετανικός πολιτικός κόσμος βρίσκεται σε κατάσταση πανικού. Οι σιβυλλικές προειδοποιήσεις των υπέρμαχων του Bremain δείχνουν να επιβεβαιώνονται ως προς τουλάχιστον μία πλευρά τους: κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για τις άμεσες επιπτώσεις μιας τέτοιας ψήφου. Το κυβερνών Συντηρητικό Κόμμα βρίσκεται σε αναζήτηση αρχηγού (και επόμενου πρωθυπουργού), με τις εσωκομματικές τριβές σε πλήρη έξαρση, την ώρα που η πρωθυπουργός της Σκωτίας περιοδεύει στις Βρυξέλλες διακηρύσσοντας ότι η Σκωτία πρέπει μείνει στην Ε.Ε. Όσο για το στρατόπεδο της εξόδου –παρά τη θριαμβευτική εμφάνιση του Νάιτζελ Φάρατζ στο ευρωκοινοβούλιο και την ακόλουθη αιφνιδιαστική αλλά εξίσου θριαμβευτική παραίτησή του με τον αέρα του νικητή– οι υποστηρικτές του Brexit βρίσκονται σε χαρακτηριστική αμηχανία, καθώς αναγκάζονται υπό το βάρος της αυξημένης δημοσιότητας να ανασκευάζουν μία μία τις «προεκλογικές» υποσχέσεις της καμπάνιας. Σε κανέναν πολιτικο χώρο ωστόσο τα ωστικά κύματα του αποτελέσματος δεν έχουν προκαλέσει μεγαλύτερη αναταραχή απ’ ό,τι στο Εργατικό Κόμμα –που είχε ταχθεί πλειοψηφικά με την παραμονή–, με ένα πραγματικό πραξικόπημα εν εξελίξει ενάντια στον επικεφαλής του κόμματος, τον Τζέρεμυ Κόρμπυν, ο οποίος φωτογραφίζεται πανταχόθεν ως υπέυθυνος της ήττας.

Η εκλογή Κόρμπυν το Μάιο του 2015, με το 59,5% των ψήφων μεταξύ των μελών του Εργατικού Κόμματος και των συνδικάτων-μελών του, μπορεί να σηματοδότησε μια νέα σελίδα στην ιστορία του κόμματος, δεν ήταν όμως χωρίς ιστορικό προηγούμενο για ένα κόμμα που διαχρονικά χαρακτηρίζεται από τη διαπάλη της «σκληρής» και της «μαλακής» αριστεράς στο εσωτερικό του. Γεννημένο από την ανάγκη διακριτής πολιτικής έκφρασης των συνδικάτων στις αρχές του 20ού αιώνα απέναντι στις αμιγώς αστικές κυρίαρχες δυνάμεις των Συντηρητικών και των Φιλελεύθερων, εξελίχθηκε ταχύτατα σε βασικό πόλο της βρετανικής πολιτικής ζωής και καθόρισε την πορεία της χώρας σε εξαιρετικά κρίσιμες στιγμές. Επί κυβέρνησης Εργατικών κατακτήθηκαν σημαντικά εργασιακά δικαιώματα και θεμελιώθηκε το κοινωνικό κράτος, και επί κυβέρνησης Εργατικών όμως ο βρετανικός στρατός αποβιβάστηκε στη Βόρεια Ιρλανδία το 1969 ξεκινώντας τη μακρόχρονη περίοδο αιματηρής καταστολής του κινήματος της ανεξαρτησίας.

Μετά την ήττα από τους Συντηρητικούς της Μάργκαρετ Θάτσερ το 1979 και υπό την πίεση της επέλασης του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, το Εργατικό Κόμμα βρέθηκε σε μακρόχρονη εσωτερική κρίση, που έφερε στο προσκήνιο τη «σκληρή» αριστερή πτέρυγά του, τόσο σε κεντρικό επίπεδο, με την εκλογή στην ηγεσία του Μάικλ Φουτ το 1980, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, με τοπικές αρχές ελεγχόμενες από μέλη των Εργατικών, οι οποίες τηρούσαν σκληρή στάση απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και έρχονταν σε σύγκρουση και με την κυβέρνηση και με την ηγεσία του κόμματος. Το πείραμα της στροφής προς τα αριστερά δεν απέδωσε εκλογικά, υπό το βάρος μιας μεγάλης διάσπασης προς τα δεξιά κι ενός ακατάπαυστου μιντιακού πολέμου, που απαξίωνε με κάθε ευκαιρία την «τρελή αριστερά» (loony Left). Το ριζοσπαστικό εκλογικό πρόγραμμα του 1983, που προέβλεπε μεταξύ άλλων την αποχώρηση από την τότε ΕΟΚ, χαρακτηρίστηκε από βουλευτές του κόμματος ως «το μακρύτερο σημείωμα αυτοκτονίας στην ιστορία». Το κόμμα επανήλθε στην εξουσία το 1997 υπό τον Τόνυ Μπλαιρ, με το μότο των «Νέων Εργατικών» και ένα ριζικά αλλαγμένο προφίλ, που υιοθετούσε πλήρως τη λογική της αγοράς και απάλειφε την όποια υπόνοια αναφοράς στον σοσιαλισμό από το καταστατικό του.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που η εκλογή του Κόρμπυν, ενάντια στις επιθυμίες σύσσωμου του κομματικού κατεστημένου, ξύπνησε εφιάλτες από το παρελθόν και σήμανε την κήρυξη ενός καθ’ όλα φανερού πολέμου εναντίον του, που κορυφώνεται με αφορμή το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Είχαν προηγηθεί οι τοπικές εκλογές των αρχών του Μαΐου, όταν ο Κόρμπυν κατηγορήθηκε έντονα για τα εκλογικά αποτελέσματα του κόμματος, ενώ ο νεοεκλεγείς δήμαρχος του Λονδίνου και εκπρόσωπος της «μαλακής αριστεράς» Σαντίκ Καν παρέλειψε την αναφορά στο πρόσωπό του, σε μια κίνηση που θεωρήθηκε ευθεία αμφισβήτηση του Κόρμπυν. Όσο πλησίαζε το δημοψήφισμα όμως, οι κατηγορίες για τη ζημιά που προκαλεί στο κόμμα αντικαταστάθηκαν από κάτι πολύ σοβαρότερο: τη ζημιά που προκαλεί στη χώρα, λόγω της εμφανούς απροθυμίας του να στηρίξει την εκστρατεία της παραμονής.

Η συντριπτική πλειονότητα του κομματικού μηχανισμού των Εργατικών τάχθηκε εξαρχής αναφανδόν υπέρ της παραμονής. Ο Κόρμπυν, ωστόσο, κράτησε αισθητά πιο επιφυλακτική στάση παρά τις τεράστιες πιέσεις που δεχόταν τόσο από το κόμμα του όσο και από το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα για να συνεργαστεί. Παρότι σε πολλές περιστάσεις δήλωσε ότι στηρίζει την παραμονή, η τοποθέτησή του συμπυκνώθηκε λίγες μέρες πριν από το δημοψήφισμα στη φράση «στηρίζω την παραμονή κατά περίπου 7-7,5/10». Η επικράτηση του Brexit έδωσε τη χαριστική βολή – καθώς οι αντιδράσεις μεγάλωναν, τρεις μέρες μετά το δημοψήφισμα, το σκιώδες υπουργικό συμβούλιο, οι κορυφαίοι δηλαδή βουλευτές των Εργατικών, συζητούσαν τις δυνατότητες αποπομπής του Κόρμπυν. Την αποκάλυψη ακολούθησε η αποπομπή του επικεφαλής της ανταρσίας Χίλαρυ Μπεν, την οποία με τη σειρά της ακολούθησε η μαζική παραίτηση άλλων οχτώ σκιωδών υπουργών. Η διαδικασία αμφισβήτησης της ηγεσίας του Κόρμπυν μόλις ξεκινούσε.

Τις επόμενες μέρες η κρίση στους Εργατικούς βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας επισκιάζοντας τις υπόλοιπες πολιτικές εξελίξεις τόσο λόγω των διαστάσεων όσο και της βιαιότητάς της. Στελέχη του κόμματος παρέλασαν στα κανάλια απαιτώντας το κεφάλι του Κόρμπυν, στελέχη της κομματικής νεολαίας τον κατηγόρησαν για προδοσία ενάντια στη νέα γενιά, δημοσιογράφοι περιέγραψαν με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση στο κόμμα και τη συνεχιζόμενη καταστροφή που προκαλείται από την παραμονή του στη θέση του. Ακόμα και ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, έπειτα από ερώτηση του Κόρμπυν στη βουλή απάντησε: «Για όνομα του Θεού, φύγε». Την άρνησή του να παραιτηθεί ακολούθησε η διεξαγωγή ψήφου εμπιστοσύνης μεταξύ των βουλευτών του κόμματος, κατά την οποία 172 βουλευτές τάχθηκαν υπέρ της παραίτησής του έναντι 40 που εναντιώθηκαν. Ο ίδιος ο Τζέρεμυ Κόρμπυν ωστόσο, με την υποστήριξη των περισσότερων επικεφαλής των συνδικάτων, εξακολουθεί να αρνείται να παραιτηθεί, να μιλάει για προσβολή της δημοκρατικής εντολής που του έχει δοθεί και να δηλώνει ότι αν οι αντίπαλοί του πετύχουν να προκαλέσουν εσωκομματικές εκλογές θα είναι εκ νέου υποψήφιος. Και μάλλον έχει κάθε λόγο να δηλώνει κάτι τέτοιο, καθώς είναι δεδομένο ότι η υποστήριξη του Κόρμπυν από τη βάση του κόμματος, την ίδια δηλαδή που τον εξέλεξε αρχηγό πριν από έναν χρόνο, είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι τα κομματικά στελέχη θέλουν να δείξουν, κάτι που αποτυπώνεται και σε νέες δημοσκοπήσεις και ρεπορτάζ μεταξύ μελών και υποστηρικτών των Εργατικών. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν αποθαρρύνει κομματικά στελέχη που καλούν σε επιλογή νέου επικεφαλής απευθείας από τα ηγετικά κλιμάκια για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο επανεκλογής του Κόρμπυν σε περίπτωση προσφυγής στη βάση, που θα διαιώνιζε, όπως λένε, το αδιέξοδο: πρόκειται για μια ανοιχτά απαξιωτική στάση απέναντι στη λαϊκή ετυμηγορία, εξαιρετικά διαδεδομένη μεταξύ των ευρωπαϊκών ελίτ, που για άλλη μια φορά ανθεί με αφορμή το δημοψήφισμα.

Παρόλο που το κέντρο της επικαιρότητας έχει ήδη μετακινηθεί στον αγώνα για την ηγεσία των Συντηρητικών και στα εσωκομματικά μαχαιρώματά τους, η μάχη στους Εργατικούς μόλις ξεκινάει, καθώς σε επίπεδο κορυφής οι εγκλήσεις για την παραίτηση του Κόρμπυν συνεχίζουν αμείωτες ενώ η Άντζελα Ηγκλ, βουλευτής και πρώην σκιώδης υπουργός Επιχειρηματικότητας, έχει δηλώσει ήδη ενδιαφέρον για τη διεκδίκηση της ηγεσίας. Ταυτόχρονα, στο επίπεδο της βάσης, οι αντιδράσεις απέναντι στο επιχειρούμενο πραξικόπημα κλιμακώνονται, με μαζικές εκδηλώσεις υποστήριξης στον Κόρμπυν, μεταξύ άλλων, στο Νόργουιτς, το Έξετερ, το Ληντς και το Λίβερπουλ. Σε πρώτο επίπεδο, η μάχη αφορά την «ψυχή» και το μέλλον του Εργατικού Κόμματος. Ένα από τα μαζικότερα, ιστορικότερα και πιο επιτυχημένα μαζικά, ρεφορμιστικά κόμματα της Ευρώπης βρίσκεται στο κρισιμότερο ίσως σταυροδρόμι από την ίδρυσή του, καθώς η δεξιά στροφή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας για πρώτη φορά αμφισβητείται τόσο ανοιχτά. Το δημοκρατικοφανές μοντέλο λειτουργίας των περισσότερων ευρωπαϊκών κομμάτων εξουσίας της εκλογής του ηγέτη από τη βάση, τη στιγμή που ο κομματικός μηχανισμός είναι παντελώς ανεξέλεγκτος από αυτή, αποκαλύπτει με τον πιο δραματικό τρόπο την εγγενή αντίφασή του, καθώς το χάσμα μεταξύ ηγέτη και μηχανισμού αναδεικνύει ουσιαστικά το χάσμα μεταξύ της βάσης και του μηχανισμού.

Η κομματική ελίτ, στελεχωμένη κυρίως από τη μεσαία τάξη και αποκομμένη εδώ και δεκαετίες από τα πραγματικά προβλήματα της εργατικής βάσης, αδυνατεί να αντιληφθεί γιατί τα ποσοστά του κόμματος αιμορραγούν όχι μόνο προς το SNP στη Σκωτία, που είναι φορέας μιας πολύ πιο πραγματικής θετικής προοπτικής από τους Εργατικούς, αλλά και προς το UKIP στην Αγγλία, το οποίο παρά τον σκληρό νεοφιλελευθερισμό που ευαγγελίζεται βρίσκεται ρητορικά πολύ πιο κοντά στα πραγματικά λαϊκά ερωτήματα. Απαλλαγμένη από το βάρος του Κόρμπυν, η δεξιά πτέρυγα του κόμματος φιλοδοξεί να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης της φιλοευρωπαϊκής αντίδρασης στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και γι’ αυτό ποντάρει στο αφήγημα της ενότητας των φιλο-Ε.Ε. δυνάμεων λόγω της κρίσιμης συγκυρίας, επιχειρώντας να διεμβολίσει έτσι τόσο τους Συντηρητικούς, που εκ των πραγμάτων θα λερωθούν από τη διαχείριση της εξόδου, όσο και το SNP, καθώς βέβαια και τους μικρότερους αριστερούς σχηματισμούς, που βρίσκονται αντικειμενικά σε κρίση λόγω της στήριξης του Remain. Με αυτόν τον τρόπο σφραγίζεται επί της ουσίας τη στροφή του κόμματος προς την εκπροσώπηση των μεσαίων στρωμάτων.

Από την άλλη, με τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά μέτρα και σταθμά, η προσωπικότητα και το πρόγραμμα του Τζέρεμυ Κόρμπυν δεν αντιπροσωπεύουν κάποιον πρωτοφανή ριζοσπαστισμό – πολύ περισσότερο, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπουν σε φαινόμενα τύπου Μπέρνι Σάντερς. Παρ’ όλα αυτά, αποτελούν μια κατάφωρη παραφωνία στην επικράτηση της ΤΙΝΑ και στο μαύρο της βρετανικής πολιτικής ζωής, που απειλεί να τινάξει στον αέρα τις πολιτικές ισορροπίες, μια δυναμική η οποία ενισχύεται και από τις δεκάδες χιλιάδες εγγραφές μελών που έχει πραγματοποιήσει το Εργατικό Κόμμα το τελευταίο διάστημα, σε πολύ μεγάλο βαθμό υποστηρικτών του Κόρμπυν. Οι ραγδαίες εξελίξεις που ακολουθούν το δημοψήφισμα και το διαφαινόμενο ξεκαθάρισμα λογαριασμών φέρνουν αναπόφευκτα στο προσκήνιο μια τέτοια προοπτική.

Έτσι οδηγούμαστε και στο τελικό επίδικο της μάχης αυτής: τον ρόλο που μπορεί να παίξει το Εργατικό Κόμμα στη μετα-Brexit Βρετανία, κάτι που καταφανώς μπαίνει σε δεύτερη μοίρα από μια κομματική ελίτ που επιλέγει να επικεντρωθεί στην εσωκομματική αντιπαράθεση τη στιγμή μιας τεράστιας κυβερνητικής κρίσης. Καθώς ο υπουργός Οικονομικών Τζωρτζ Όζμπορν από τη μία εγκαταλείπει τον στόχο του δημοσιονομικού πλεονάσματος υπό το βάρος των δυνητικών οικονομικών επιπτώσεων της εξόδου και από την άλλη προαναγγέλλει νέες δημοσιονομικές περικοπές και αυξήσεις φόρων, διαφαίνεται ανάγλυφα η γιγαντιαία πρόκληση για τη διαμόρφωση της αντιπρότασης ενός φιλολαϊκού Brexit. Η πρόκληση αυτή, πολύ περισσότερο από τα οικονομικά μεγέθη, αποτυπώνεται στο πολιτικό επίπεδο, καθώς λείπει παντελώς από το παιχνίδι μια θετική αφήγηση για το μέλλον της χώρας στις νέες συνθήκες, ενώ οι όποιες «προοδευτικές» φωνές περιορίζονται μέχρι στιγμής είτε στα μοιρολόγια για την επερχόμενη καταστροφή είτε στην αναζήτηση μεθόδου ανατροπής της λαϊκής ετυμηγορίας.

Μια νέα επικράτηση του Τζέρεμυ Κόρμπυν, συνοδευόμενη από μια θαρραλέα τοποθέτηση για τις δυνατότητες που ανοίγει το Brexit, θα άνοιγε τον δρόμο για μια ριζική προοδευτική στροφή των Εργατικών, πιθανώς και μέσω μιας εκ νέου δεξιάς διάσπασης, που θα απελευθέρωνε το κόμμα από πολλά βαρίδια, και για μια επανασύνδεση με την εργατική τάξη, που θα έδινε τη δυνατότητα φυγής προς τα εμπρός με αριστερό πρόσημο και της εκ νέου διαμόρφωσης ενός πραγματικά διακριτού πόλου στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Μια ήττα, αντίθετα, θα οδηγούσε στην οριστική απομάκρυνση του ενδεχομένου επανασύνδεσης του κόμματος με τους εργαζόμενους και στην οριστική επικράτηση της λογικής των Νέων Εργατικών, μιας αμιγώς αστικής δύναμης κυβερνητικής εναλλαγής. Ενδεχόμενο για το οποίο, μέσω και της αλλαγής ηγεσίας, προετοιμάζεται πυρετωδώς το UKIP, που ανοιχτά διεκδικεί τη θέση του νέου πολιτικού εκπροσώπου της εργατικής τάξης.

Άραγε είναι βέβαιο ότι ο εκφυλισμός του Εργατικού Κόμματος είναι αναστρέψιμος; Κάθε άλλο· τόσο η διεθνής εμπειρία όσο και όλες οι ενδείξεις προειδοποιούν για το αντίθετο. Ωστόσο, το ρήγμα στην κανονικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ανοίξει διάπλατα, και ο Τζέρεμυ Κόρμπυν είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται κοντύτερα στη δυνατότητα να το εκμεταλλευτεί – μια δυνατότητα που δεν υπάρχει η πολυτέλεια να αγνοηθεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
17/10/2019 - 10:50

Η παραδοχή ότι χρειάζεται ριζικός μετασχηματισμός λόγων, περιεχομένων, πρακτικών, οχημάτων είναι το «σημείο μηδέν» για να αρχίσουμε σήμερα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
24/01/2019 - 09:12

Ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών, την υποταγή της κυβέρνησης στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό σε κάθε χώρα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/01/2019 - 22:14

Η συμφωνία έγινε γιατί αυτό απαιτούν τα αμερικανικά συμφέροντα στη γειτονιά μας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
09/01/2019 - 09:09

Την εκπρόσωπο του γερμανικού ιμπεριαλισμού Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να υποδεχτεί η κυβέρνηση Τσίπρα.